σελφ σερβις - Εργοστάσια της Ελλάδας: Βιομηχανική Παραγωγή Προϊόντων Ευρείας Κατανάλωσης

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Βιομηχανία

Εργοστάσια της Ελλάδας: Βιομηχανική Παραγωγή Προϊόντων Ευρείας Κατανάλωσης

25 Μαΐου 2020 | 11:56 Γράφει ο Αλέξανδρος  Πεστιμαλτζόγλου Topics: Βιομηχανία

Ο κλάδος των τροφίμων-ποτών είναι ένας από τους παραδοσιακά βασικούς κλάδους της ελληνικής δευτερογενούς παραγωγής και ειδικότερα της βιομηχανικής παραγωγής FMCG. Η είσοδός του στη βιομηχανική εποχή στα μέσα του 19ου αιώνα και οι τεράστιες ποιοτικές και ποσοτικές αλλαγές που επήλθαν στην εσωτερική του διάρθρωση και την ανάπτυξή του παγίωσαν μια μορφή οργάνωσης της παραγωγής, που καθόρισε την ιστορία του κλάδου αλλά και του τόπου. Η περίοδος του μεσοπολέμου ήταν αυτή που σφράγισε την υπανάπτυξη των μηχανοκατασκευών και εμπέδωσε την πρωτοκαθεδρία της βιομηχανίας τροφίμων, ενώ στις μεταπολεμικές δεκαετίες ο σχετικός κλάδος και εν γένει η μεταποίηση γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη. Στο τέλος του 20ου αιώνα η κυριαρχία των δικτύων λιανικής κατεύθυνε σε σημαντικό βαθμό την παραγωγή των FMCG και ειδικότερα των τροφίμων.

Στις αρχές του 21ου αιώνα οι μεγάλες συγκεντρώσεις κεφαλαίου και η αδυναμία επανεπένδυσής του με επαρκή κερδοφορία, σε συνδυασμό με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, βύθισαν την ελληνική οικονομία στη σφοδρότερη οικονομική κρίση μεταπολεμικά. Η τελευταία άφησε το στίγμα της και στη βιομηχανία τροφίμων, ωστόσο αυτή επέδειξε εξαιρετική αντοχή και σχετικά σύντομα άρχισε η ήπια ανάκαμψή της, γεγονός που την κατέστησε ακόμα μια φορά πρωτοπόρο στο εγχείρημα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

H βιομηχανία τροφίμων και ποτών συνδέει τη μεταποίηση των τροφίμων με τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας και τον τομέα των υπηρεσιών (εστιατόρια, ξενοδοχεία κ.ά.), καθιστώντας θεμελιώδη τον ρόλο της στην ελληνική οικονομία. Συγκαταλέγεται μεταξύ των πυλώνων της εγχώριας μεταποίησης και αποτελεί βασικό μοχλό για τη μετάβαση σε ένα ισόρροπο αναπτυξιακό μοντέλο της παραγωγικής βάσης της χώρας και κατ’ επέκταση της οικονομίας της, καθώς πρόκειται για έναν δυναμικό κλάδο, ανταγωνιστικό, με σημαντικές επενδύσεις και εξωστρεφή προσανατολισμό. Κινητήριες δυνάμεις του είναι η επιλογή στρατηγικών βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, η προσήλωση στο μακροχρόνιο σχεδιασμό, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των ελληνικών πρώτων υλών και των προϊόντων και κυρίως η ποιότητα, η εξειδίκευση και η επιστημονική κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού του. Η καταγραφή και η ανάλυση των παραμέτρων που συγκροτούν τη βιομηχανία τροφίμων-ποτών παρουσιάζεται κυρίως στην ετήσια έκθεση του ΙΟΒΕ, καρπός της συνεργασίας του ιδρύματος με τον ΣΕΒΤ. Στην 14η έκθεσή του, που αφορά το 2018 (σε πολλές περιπτώσεις με στοιχεία του 2017 ή και του 2016), παρουσιάζονται τα διαρθρωτικά και τα οικονομικά μεγέθη της βιομηχανίας, τα στοιχεία της απασχόλησης του κλάδου, η κατάσταση των εμπορικών ροών των εισαγωγών και των εξαγωγών και οι τάσεις στα βασικά χρηματοοικονομικά μεγέθη του κλάδου.

Διαρθρωτικά μεγέθη της βιομηχανίας τροφίμων-ποτών
Τα διαρθρωτικά μεγέθη της βιομηχανίας τροφίμων αφορούν τον αριθμό των επιχειρήσεων, τον κύκλο εργασιών τους, την αξία παραγωγής, την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και τον αριθμό των εργαζομένων στις επιχειρήσεις της. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat (2017), η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων καλύπτει το 25,5% του συνόλου των επιχειρήσεων (62.651 επιχειρήσεις) της ελληνικής μεταποίησης (15.976 επιχειρήσεις). Το ποσοστό αυτό την κατατάσσει πρώτη μεταξύ των κλάδων της μεταποίησης –την ακολουθούν οι κλάδοι «μεταλλικών προϊόντων» (14,7%) και «ειδών ένδυσης» (7,8%). Αντίστοιχα, στην ΕΕ-28 η βιομηχανία τροφίμων καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση με ποσοστό 12,4%. Σε όρους κύκλου εργασιών, η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση, με 12.806 εκατ. ευρώ ή 26% του συνολικού ποσού της μεταποίησης –το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ είναι 13,1%. Σύμφωνα με έρευνα της Εθνικής Τράπεζας (Ιούνιος 2018), ο κύκλος εργασιών της βιομηχανίας τροφίμων-ποτών το 2017 έφτασε τα 15 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το εντεκάμηνο Ιανουάριος-Νοέμβριος την τριετία 2017-2019 ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών των τροφίμων κινήθηκε ως εξής: 102,41 μονάδες το 2017, 101,59 το 2018 και 105,42 το 2019. Αντίστοιχα, στην ποτοποιία οι τιμές του δείκτη ήταν αυξητικές, από τις 75,10 μονάδες το 2017, στις 79,57 το 2018 και στις 88,08 το 2019. Η παρουσία του κλάδου είναι επίσης σημαντική αναφορικά με την αξία παραγωγής, αφού με το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο 24,7% επί της συνολικής μεταποιητικής παραγωγής (13,1% στην ΕΕ) φτάνει σε αξία τα 10.918 εκατ. ευρώ. Κατά την ΕΛΣΤΑΤ ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής στον κλάδο των τροφίμων το εντεκάμηνο Ιανουάριος-Νοέμβριος του 2017, του 2018 και του 2019 διαμορφώθηκε στις 103,51 μονάδες το 2017, στις 103,55 το 2018 και στις 105,43 το 2019. Αντίστοιχα στην ποτοποιία οι τιμές του δείκτη διαμορφώθηκαν στις 95,83 μονάδες, τις 100,98 και τις 101,3. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της βιομηχανίας τροφίμων βρίσκεται στην πρώτη θέση των κλάδων μεταποίησης με ποσοστό 24,3% (2.534 εκατ. ευρώ), ενώ πρωτοπόρος είναι ο κλάδος και στην απασχόληση, καθώς απασχολεί 125.732 εργαζόμενους ή το 35,1% του συνόλου των εργαζομένων στη μεταποίηση –το αντίστοιχο ποσοστό για την ευρωπαϊκή βιομηχανία τροφίμων είναι 14% (αναλογεί σε περισσότερους από τέσσερα εκατομμύρια εργαζόμενους).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εσωτερική διάρθρωση του κλάδου, περιλαμβανομένων των ποτών. Η κατανομή των υποκλάδων με βάση τα αναφερθέντα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, αναδεικνύουν τον υποκλάδο «αρτοποιία, αλευρώδη» πρώτο σε αριθμό επιχειρήσεων (59%), κύκλο εργασιών (17%), αξία παραγωγής (16%), ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (20%) και αριθμό εργαζομένων (42%). Μόνο στην παραγωγικότητα της εργασίας, δηλαδή στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο, ο υποκλάδος «ζωοτροφές» έχει επίδοση 53,6 ευρώ ανά εργαζόμενο έναντι, 38,9 ευρώ των «προϊόντων αλευρόμυλων», 38,7 ευρώ των «γαλακτοκομικών» και 54,8 ευρώ των «ποτών». Τρείς ακόμη υποκλάδοι εμφανίζουν αυξημένη συμμετοχή με βάση τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, τα «γαλακτοκομικά», τα «έλαια-λίπη» και «φρούτα-λαχανικά». Ανεξαρτήτως υποκλάδου, με κριτήριο το μέγεθος των επιχειρήσεων, οι πολύ μεγάλες (άνω των 250 ατόμων) κυριαρχούν από άποψη κύκλου εργασιών, αξίας παραγωγής και ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (προσωπικού έως 9 άτομα) κυριαρχούν από άποψη αριθμού επιχειρήσεων και απασχολουμένων. Σύμφωνα με έρευνα της pwc (Ιούλιος 2018), η πλειονότητα των εταιρειών (15.799 το 2015) είναι μικρές, οικογενειακές και απασχολούν ανά μονάδα λιγότερα των 10 ατόμων, αλλά η συμμετοχή τους στα συνολικά έσοδα του κλάδου δεν υπερβαίνει το 18% (2,6 δισ. ευρώ). Αντίθετα οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, που απασχολούν ανά μονάδα περισσότερους από 50 εργαζόμενους, είναι πιο ανθεκτικές και εμφανίζουν αύξηση εσόδων τα τελευταία χρόνια (9 δισ. ευρώ το 2015). Το υπόλοιπο 19% του συνολικού κύκλου εργασιών του κλάδου προέρχεται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που απασχολούν 10-50 εργαζόμενους ανά μονάδα. Συνολικά, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων-ποτών παρουσιάζει ταυτόχρονα μεγάλη συγκέντρωση και κατάτμηση, καθώς το 1% των εταιρειών να παράγει το 63% των εσόδων.

Στις αρχές του 21ου αιώνα οι μεγάλες συγκεντρώσεις κεφαλαίου και η αδυναμία επανεπένδυσής του με επαρκή κερδοφορία, σε συνδυασμό με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, βύθισαν την ελληνική οικονομία στη σφοδρότερη οικονομική κρίση μεταπολεμικά. Η τελευταία άφησε το στίγμα της και στη βιομηχανία τροφίμων, ωστόσο αυτή επέδειξε εξαιρετική αντοχή και σχετικά σύντομα άρχισε η ήπια ανάκαμψή της, γεγονός που την κατέστησε ακόμα μια φορά πρωτοπόρο στο εγχείρημα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

H βιομηχανία τροφίμων και ποτών συνδέει τη μεταποίηση των τροφίμων με τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας και τον τομέα των υπηρεσιών (εστιατόρια, ξενοδοχεία κ.ά.), καθιστώντας θεμελιώδη τον ρόλο της στην ελληνική οικονομία. Συγκαταλέγεται μεταξύ των πυλώνων της εγχώριας μεταποίησης και αποτελεί βασικό μοχλό για τη μετάβαση σε ένα ισόρροπο αναπτυξιακό μοντέλο της παραγωγικής βάσης της χώρας και κατ’ επέκταση της οικονομίας της, καθώς πρόκειται για έναν δυναμικό κλάδο, ανταγωνιστικό, με σημαντικές επενδύσεις και εξωστρεφή προσανατολισμό. Κινητήριες δυνάμεις του είναι η επιλογή στρατηγικών βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, η προσήλωση στο μακροχρόνιο σχεδιασμό, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των ελληνικών πρώτων υλών και των προϊόντων και κυρίως η ποιότητα, η εξειδίκευση και η επιστημονική κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού του. Η καταγραφή και η ανάλυση των παραμέτρων που συγκροτούν τη βιομηχανία τροφίμων-ποτών παρουσιάζεται κυρίως στην ετήσια έκθεση του ΙΟΒΕ, καρπός της συνεργασίας του ιδρύματος με τον ΣΕΒΤ. Στην 14η έκθεσή του, που αφορά το 2018 (σε πολλές περιπτώσεις με στοιχεία του 2017 ή και του 2016), παρουσιάζονται τα διαρθρωτικά και τα οικονομικά μεγέθη της βιομηχανίας, τα στοιχεία της απασχόλησης του κλάδου, η κατάσταση των εμπορικών ροών των εισαγωγών και των εξαγωγών και οι τάσεις στα βασικά χρηματοοικονομικά μεγέθη του κλάδου.

Διαρθρωτικά μεγέθη της βιομηχανίας τροφίμων-ποτών
Τα διαρθρωτικά μεγέθη της βιομηχανίας τροφίμων αφορούν τον αριθμό των επιχειρήσεων, τον κύκλο εργασιών τους, την αξία παραγωγής, την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και τον αριθμό των εργαζομένων στις επιχειρήσεις της. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat (2017), η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων καλύπτει το 25,5% του συνόλου των επιχειρήσεων (62.651 επιχειρήσεις) της ελληνικής μεταποίησης (15.976 επιχειρήσεις). Το ποσοστό αυτό την κατατάσσει πρώτη μεταξύ των κλάδων της μεταποίησης –την ακολουθούν οι κλάδοι «μεταλλικών προϊόντων» (14,7%) και «ειδών ένδυσης» (7,8%). Αντίστοιχα, στην ΕΕ-28 η βιομηχανία τροφίμων καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση με ποσοστό 12,4%. Σε όρους κύκλου εργασιών, η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση, με 12.806 εκατ. ευρώ ή 26% του συνολικού ποσού της μεταποίησης –το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ είναι 13,1%. Σύμφωνα με έρευνα της Εθνικής Τράπεζας (Ιούνιος 2018), ο κύκλος εργασιών της βιομηχανίας τροφίμων-ποτών το 2017 έφτασε τα 15 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το εντεκάμηνο Ιανουάριος-Νοέμβριος την τριετία 2017-2019 ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών των τροφίμων κινήθηκε ως εξής: 102,41 μονάδες το 2017, 101,59 το 2018 και 105,42 το 2019. Αντίστοιχα, στην ποτοποιία οι τιμές του δείκτη ήταν αυξητικές, από τις 75,10 μονάδες το 2017, στις 79,57 το 2018 και στις 88,08 το 2019. Η παρουσία του κλάδου είναι επίσης σημαντική αναφορικά με την αξία παραγωγής, αφού με το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο 24,7% επί της συνολικής μεταποιητικής παραγωγής (13,1% στην ΕΕ) φτάνει σε αξία τα 10.918 εκατ. ευρώ. Κατά την ΕΛΣΤΑΤ ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής στον κλάδο των τροφίμων το εντεκάμηνο Ιανουάριος-Νοέμβριος του 2017, του 2018 και του 2019 διαμορφώθηκε στις 103,51 μονάδες το 2017, στις 103,55 το 2018 και στις 105,43 το 2019. Αντίστοιχα στην ποτοποιία οι τιμές του δείκτη διαμορφώθηκαν στις 95,83 μονάδες, τις 100,98 και τις 101,3. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της βιομηχανίας τροφίμων βρίσκεται στην πρώτη θέση των κλάδων μεταποίησης με ποσοστό 24,3% (2.534 εκατ. ευρώ), ενώ πρωτοπόρος είναι ο κλάδος και στην απασχόληση, καθώς απασχολεί 125.732 εργαζόμενους ή το 35,1% του συνόλου των εργαζομένων στη μεταποίηση –το αντίστοιχο ποσοστό για την ευρωπαϊκή βιομηχανία τροφίμων είναι 14% (αναλογεί σε περισσότερους από τέσσερα εκατομμύρια εργαζόμενους).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εσωτερική διάρθρωση του κλάδου, περιλαμβανομένων των ποτών. Η κατανομή των υποκλάδων με βάση τα αναφερθέντα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, αναδεικνύουν τον υποκλάδο «αρτοποιία, αλευρώδη» πρώτο σε αριθμό επιχειρήσεων (59%), κύκλο εργασιών (17%), αξία παραγωγής (16%), ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (20%) και αριθμό εργαζομένων (42%). Μόνο στην παραγωγικότητα της εργασίας, δηλαδή στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο, ο υποκλάδος «ζωοτροφές» έχει επίδοση 53,6 ευρώ ανά εργαζόμενο έναντι, 38,9 ευρώ των «προϊόντων αλευρόμυλων», 38,7 ευρώ των «γαλακτοκομικών» και 54,8 ευρώ των «ποτών». Τρείς ακόμη υποκλάδοι εμφανίζουν αυξημένη συμμετοχή με βάση τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, τα «γαλακτοκομικά», τα «έλαια-λίπη» και «φρούτα-λαχανικά». Ανεξαρτήτως υποκλάδου, με κριτήριο το μέγεθος των επιχειρήσεων, οι πολύ μεγάλες (άνω των 250 ατόμων) κυριαρχούν από άποψη κύκλου εργασιών, αξίας παραγωγής και ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (προσωπικού έως 9 άτομα) κυριαρχούν από άποψη αριθμού επιχειρήσεων και απασχολουμένων. Σύμφωνα με έρευνα της pwc (Ιούλιος 2018), η πλειονότητα των εταιρειών (15.799 το 2015) είναι μικρές, οικογενειακές και απασχολούν ανά μονάδα λιγότερα των 10 ατόμων, αλλά η συμμετοχή τους στα συνολικά έσοδα του κλάδου δεν υπερβαίνει το 18% (2,6 δισ. ευρώ). Αντίθετα οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, που απασχολούν ανά μονάδα περισσότερους από 50 εργαζόμενους, είναι πιο ανθεκτικές και εμφανίζουν αύξηση εσόδων τα τελευταία χρόνια (9 δισ. ευρώ το 2015). Το υπόλοιπο 19% του συνολικού κύκλου εργασιών του κλάδου προέρχεται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που απασχολούν 10-50 εργαζόμενους ανά μονάδα. Συνολικά, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων-ποτών παρουσιάζει ταυτόχρονα μεγάλη συγκέντρωση και κατάτμηση, καθώς το 1% των εταιρειών να παράγει το 63% των εσόδων.


Εισαγωγικές και εξαγωγικές ροές
Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΟΒΕ, ο κλάδος μεταποίησης τροφίμων-ποτών παρουσίασε διαρκές εμπορικό έλλειμμα μεταξύ 2010 και 2017. Ειδικότερα, το 2010 το έλλειμμα ήταν 2,4 δισ. ευρώ, το 2015 μειώθηκε στα 1,4 δισ. ευρώ, το 2016 ανήλθε στα 1,6 δισ. ευρώ και το 2017 στα 1,7 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η συνεχής ενίσχυση των εξαγωγικών προσπαθειών φαίνεται από την εξέλιξη του λόγου εξαγωγών/εισαγωγών. Ενδεικτικά, το 2017 ο λόγος εξαγωγών/εισαγωγών μειώθηκε στο 64%, από 65% το 2016 και 68% το 2015, έχοντας ανέλθει όμως κατά 18 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2010, αφού οι εξαγωγές του κλάδου αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 47%, όταν η αντίστοιχη αύξηση των εισαγωγών ήταν της τάξης του 6%. Ωστόσο, στο σύνολο των τροφίμων-ποτών-καπνού και σε όλη την παραγωγική αλυσίδα αξίας τροφίμων, μαζί με την αγροτική παραγωγή, το αντίστοιχο έλλειμμα αυξήθηκε σημαντικά το 2017, στα 1.231 εκατ. ευρώ ή κατά 24% περίπου σε σχέση με το 2016. Βάσει των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για τις εμπορευματικές συναλλαγές το 2018, το εμπορικό ισοζύγιο, που περιλαμβάνει τους κλάδους «τροφίμων» και «ζώντων ζώων», «ποτών-καπνού», «λαδιών και λιπών ζωικής ή φυτικής προέλευσης», παρουσίασε έλλειμμα της τάξης των 654,7 εκατ. ευρώ. Συγκεκριμένα, οι εισαγωγές τους έφτασαν τα 6,6 δισ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές τους μόλις υπερέβησαν τα 6 δισ. ευρώ. Στους εν λόγω κλάδους το μερίδιο των εξαγωγών προς τις αντίστοιχες εισαγωγές το 2018 έφτασε το 90,17%.

Ακολούθως επί του συνόλου του διεθνούς εμπορίου της χώρας το 2017, οι εξαγωγές μεταποιημένων τροφίμων-ποτών αποτελούσαν το 60% των εξαγωγών στο σύνολο των εξαγώγιμων τροφίμων-ποτών και το 11% του συνόλου των εξαγωγών. Το αντίστοιχο ποσοστό εισαγόμενων μεταποιημένων τροφίμων-ποτών στο σύνολο των τροφίμων ήταν 76%, ενώ στο σύνολο των εισαγωγών 9%. Από τους βασικούς κλάδους τροφίμων και ποτών, τα «επεξεργασμένα φρούτα-λαχανικά» και τα «έλαια-λίπη» παρουσίασαν πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο το 2017, ενώ οι υπόλοιποι κλάδοι κατέγραψαν εμπορικό έλλειμμα, με το υψηλότερο στον κλάδο «επεξεργασμένο κρέας» (-1.053 από 984 εκατ. ευρώ). Σύμφωνα με την έρευνα της pwc, το 1/3 του δυναμικού του κλάδου «γεννά» το 60% των συνολικών εξαγωγών του. Ειδικότερα, οι μόνοι καθαρά εξωστρεφείς υποκλάδοι του το 2015, με εξαγωγές περίπου 2,5 δισ. ευρώ, ήταν τα «έλαια», τα «φρούτα-λαχανικά», τα «αλιεύματα» και οι «ξηροί καρποί». Την ίδια στιγμή το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής γίνεται από κλάδους συγκρατημένης εξαγωγικής έντασης, όπως των «γαλακτοκομικών» και της «αρτοποιίας», και από εσωστρεφείς υποκλάδους (εμφιαλωμένα νερά, πουλερικά κ.ά.). Οι εσωστρεφείς υποκλάδοι αυξάνουν τις εξαγωγές τους με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, αλλά το συνολικό εξαγωγικό δυναμικό υπολείπεται πολύ αυτού των εξωστρεφών υποκλάδων. Οι μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι της χώρας ως προς τις εξαγωγές μεταποιημένων τροφίμων-ποτών είναι οι Γερμανία (17%), Ιταλία (14%) και ΗΠΑ (9%), ενώ αντίστοιχα ως προς τις εισαγωγές είναι οι Ολλανδία (17%), Γερμανία (15%), Ιταλία (11%), Γαλλία (10%) και Βουλγαρία (7%).

Οι επενδύσεις του κλάδου
Στο πλαίσιο της περιοδολόγησης του μεταποιητικού επενδυτικού χάρτη της βιομηχανίας τροφίμων-ποτών-καπνού, σημειώνεται πως την περίοδο 1996-1999 καταγράφηκε μέσος ρυθμός μεταβολής των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου 17,5%, την περίοδο 2000-2007 μέσος ρυθμός 3%, ενώ το διάστημα 2008-2015 κάμψη της τάξης του 9%. Όπως συνέβη και σε άλλα τμήματα του μεταποιητικού τομέα, οeεν λόγω κλάδος δεν κατάφερε να αξιοποιήσει τις ευνοϊκές συνθήκες μεταξύ 2000 και 2007 για την ενδυνάμωση των επενδύσεων, τουλάχιστον στον βαθμό που απαιτούσαν οι συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά το μέσο μερίδιο του κλάδου στις συνολικές επενδύσεις της μεταποίησης την περίοδο 2008-2015 έφτασε το 18,6% –το μεγαλύτερο μετά της παραγωγής προϊόντων πετρελαίου (32,4%). Η συσχέτιση του εν λόγω μεριδίου με το μερίδιό του στο προϊόν ή, διαφορετικά, η αναλογία μεταξύ επενδύσεων και παραγωγής ήταν θετική, φτάνοντας στο 20,2% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης (σε σταθερές τιμές), πράγμα φυσιολογικό, αφού η μεγαλύτερη κλίμακα παραγωγής δημιουργεί την ανάγκη και τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερο σχηματισμό κεφαλαίου. Σύμφωνα με την έρευνα επενδύσεων του ΙΟΒΕ για το 2018, οι αισιόδοξες εκτιμήσεις των επιχειρήσεων για την αύξηση των επενδυτικών τους δαπανών στον κλάδο των τροφίμων-ποτών-καπνού, σε σχέση με τις δαπάνες του το 2017, διαψεύστηκαν, αφού εμφάνισαν υποχώρηση 21,9%, δηλαδή σαφώς υψηλότερη της μείωσης των επενδυτικών δαπανών στο σύνολο της μεταποίησης το ίδιο έτος κατά 6,9%. Την ίδια περίοδο στην Ευρωζώνη και την ΕΕ διαπιστώθηκε άνοδος της επενδυτικής δραστηριότητας 6,1% και 5,3% αντίστοιχα. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι επενδύσεις στον κλάδο το 2019 αναμένονταν αυξημένες κατά 8,5%.

Βασικά χρηματοοικονομικά μεγέθη
Μεγάλο ενδιαφέρον για την εξέλιξη του κλάδου τροφίμων-ποτών παρουσιάζει η χρηματοοικονομική του ανάλυση. Σχετικά η μελέτη του ΙΟΒΕ βασίστηκε σε δείγμα 848 επιχειρήσεων και για μεγέθη που αφορούν τη διετία 2016-2017, αποτυπώνοντας την εξέλιξη του ενεργητικού των επιχειρήσεων, των ιδίων κεφαλαίων, του κύκλου εργασιών, του συνόλου των μικτών αποτελεσμάτων, των καθαρών αποτελεσμάτων χρήσεως προ φόρων και των καθαρών αποτελεσμάτων χρήσεων μετά φόρων. Αναλυτικότερα, το ενεργητικό των εξεταζόμενων επιχειρήσεων αυξήθηκε το 2017 κατά 2,8% σε σχέση με το 2016 και ανήλθε στα 11.783,3 εκατ. ευρώ, τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 7,2% και ανήλθαν στα 4.709,8 εκατ. ευρώ, ενώ ο κύκλος εργασιών τους αυξήθηκε κατά 3,2%, φτάνοντας τα 10.472,7 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, το σύνολο των μικτών αποτελεσμάτων παρουσίασε οριακή μείωση κατά 0,1%, ενώ τα καθαρά αποτελέσματα της χρήσεως προ φόρων αύξηση κατά 47%.

Τέλος, σημαντική άνοδο παρουσίασαν τα καθαρά αποτελέσματα μετά φόρων κατά 69,1%. Ειδικότερα, σε όρους ποσοστιαίας μεταβολής του κύκλου εργασιών το 2017 σε σχέση με το προηγούμενο έτος η μεγαλύτερη θετική μεταβολή καταγράφηκε στους κλάδους «έλαια-λίπη» (10%), «παραγωγή κρέατος» (3,5%) και «ποτά» (4,1%). Στον αντίποδα, τα «προϊόντα αλευρομύλων» σημείωσαν πτώση τζίρου (-3,4%). Θετική μεταβολή στα μικτά αποτελέσματα χρήσης παρουσίασαν μόνο τρεις κλάδοι, τα «άλλα είδη διατροφής» (1,3%), τα «ποτά» (1,7%) και οι «ζωοτροφές» (0,8%). Μείωση σημείωσαν τα «φυτικά έλαια-λίπη» (-6%), τα «γαλακτοκομικά» (-1,6%), τα «επεξεργασμένα «φρούτα-λαχανικά» (-2,1%), τα «προϊόντα κρέατος» (0,2%), τα «έλαια» (-0.4%), τα «επεξεργασμένα ψάρια» (-3%) και κυρίως τα «προϊόντα αλευρομύλων» (-7,7%). Σε όρους καθαρών αποτελεσμάτων χρήσεως προ φόρων από τις 848 επιχειρήσεις του δείγματος οι 582 (δηλ. το 69% του συνόλου) παρουσίασαν κερδοφορία το 2017 έναντι των υπολοίπων 266 (δηλ. του υπόλοιπου 31%), οι οποίες κατέγραψαν ζημίες. Από τις κερδοφόρες επιχειρήσεις του δείγματος, εκείνες που αύξησαν τα κέρδη τους το 2017 σε σχέση με το 2016 ανέρχονται σε 256 (30% του συνόλου), ενώ εκείνες που μείωσαν τα κέρδη τους σε 239 (28% του συνόλου). Στο δείγμα των επιχειρήσεων τα καθαρά αποτελέσματα μετά φόρων για το 2017 συμπιέστηκαν κατά 32% σε σχέση με τα αντίστοιχα προ φόρων. Η μείωση αυτή ήταν μικρότερη της αντίστοιχης του 2016 (42%), πράγμα που ανακλά τη βελτίωση της φορολογίας των επιχειρήσεων του κλάδου. Για το 2018, σύμφωνα με την εν εξελίξει έρευνα της εταιρείας New Times, σε δείγμα 597 επιχειρήσεων οι 453 ήταν κερδοφόρες και ενίσχυσαν τη θέση τους, αφού αύξησαν τις πωλήσεις τους κατά 4,4%, τα κέρδη τους κατά 8% και τα ίδια κεφάλαιά τους κατά 4,4%. Οι υπόλοιπες 144 εταιρείες ήταν ζημιογόνες, εμφανίζοντας μείωση πωλήσεων κατά 6,5%, πενταπλασιασμό ζημιών και αύξηση κατά 5,7% των υποχρεώσεών τους. Για το σύνολο του δείγματος, ο συνολικός κύκλος εργασιών των 597 επιχειρήσεων αυξήθηκε μόλις κατά 2,2%, ενώ τα συνολικά κέρδη μειώθηκαν κατά 44,2%.


Προκλήσεις - προβλήματα, παρεμβάσεις για λύσεις
Η μετρήσιμη εισφορά της βιομηχανίας τροφίμων-ποτών στην οικονομία της Ελλάδας, βασισμένη μάλιστα στα συγκριτικά πλεονεκτήματά της, όπως η διαθεσιμότητα πρώτων υλών εξαιρετικής ποιότητας και η αυξημένη τεχνογνωσία και ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού της, αναδεικνύει ως δέον την ενίσχυση του ρόλου της δεδομένου του πλήθους των σχετικών δυνατοτήτων κι ευκαιριών. Για να γίνουν, όμως, οι δυνατότητες πραγματικότητα απαιτείται ο εντοπισμός κι η αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων του κλάδου. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα τουλάχιστον με τις επίσημες δεξαμενές σκέψης, απαιτούνται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σχετικά:

  • με το μικρό μέγεθος των εταιρειών, που συνεπάγεται δυσκολίες χρηματοδότησης και διαμόρφωσης στρατηγικής εξαγωγικού μάρκετινγκ, όπως και έλλειψη οικονομιών κλίμακας στην παραγωγή,
  • με την έλλειψη ιδίων κεφαλαίων, τη μικρή κλίμακα εταιρειών –την ασύμβατη με τις απαιτήσεις της διεθνούς αγοράς– και την απουσία συλλογικού διεθνούς μάρκετινγκ και πωλήσεων,
  • με την περιορισμένη εξαγωγική δυναμική, δηλαδή την έλλειψη επενδυτικών κεφαλαίων σε branding για την απόκτηση σημαντικού μεριδίου της αγοράς, τη χαμηλή καινοτομικότητα των προϊόντων, τον μικρό όγκο παραγωγής ανά προϊόν και τα περιορισμένα footprints στις ξένες αγορές,
  • με την ανάγκη ψηφιακού και τεχνολογικού μετασχηματισμού της παραγωγικής διαδικασίας και την ανάγκη ισχυρότερης σύνδεσης της ελληνικής μεταποίησης με τη γεωργική παραγωγή

AΛΛΟΙ ΚΛΑΔΟΙ FMCG

  • Χαρτοβιομηχανία

Από τις πρώτες αποτυχημένες προσπάθειες σύστασης μιας χαρτοποιητικής μονάδας μεταξύ 1800 και 1833, τη λειτουργία του πρώτου εργοστασίου το 1870 στο Φάληρο, την ίδρυση μιας μεγάλης βιομηχανικής μονάδας το 1924 στο Αίγιο και την ακμή της χαρτοβιομηχανίας το 1929 στη Μακεδονία, μέχρι την καταστροφή του κλάδου την περίοδο της κατοχής, την ήπια ανάπτυξή του τις δεκαετίες του ΄60 και ΄70 και τη συντριπτική κυριαρχία των πολυεθνικών του κλάδου στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, το εγχείρημα της ανάπτυξης εγχώριας βιομηχανίας χάρτου σημαδεύτηκε σε όλη την πορεία του από δυνατότητες, ευκαιρίες, αδυναμίες και δομικά προβλήματα. Η κρίση της περιόδου 2008-2012 επηρέασε αρνητικά τον κλάδο (ανεπεξέργαστου χαρτιού, τελικών προϊόντων, χαρτονιού), αλλά εξαιτίας της ανελαστικότητας της ζήτησης για τα προϊόντα του η επόμενη τετραετία εμφάνισε τάσεις ήπιας ανάπτυξης. Σύμφωνα με την Infobank Hellastat, ο κλάδος σημαδεύτηκε τα τελευταία χρόνια από την κατάρρευση και τη διακοπή λειτουργίας σημαντικών βιομηχανιών, γεγονός που συνδέεται με την επικράτηση προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (σύμφωνα με το Εργαστήριο Marketing του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η πρόθεση αγοράς ανώνυμων χαρτικών σημείωσε άνοδο από 63,8% το 2012 σε 67,4% το 2013 και 78,8% το 2014), τα υψηλά ενεργειακά κόστη, τις εισαγωγές χάρτου και τον υψηλό ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων του κλάδου. Σύμφωνα με την τελευταία σχετική έκθεση της ICAP (2019), η παραγωγή ανεπεξέργαστου χαρτιού είναι συγκεντρωμένη σε λίγες μεγάλες καθετοποιημένες μονάδες, οι οποίες χρησιμοποιούν μέρος αυτού και το μεταποιούν σε τελικά προϊόντα, ενώ το υπόλοιπο το διαθέτουν σε τρίτους. Ακολούθως, λίγες επιχειρήσεις ασχολούνται με τα είδη ατομικής υγιεινής (π.χ. πάνες κ.ά.), ενώ αρκετές ασχολούνται μόνο με την επεξεργασία χαρτιού tissue για την παραγωγή τελικών προϊόντων οικιακής και επαγγελματικής χρήσης. Την τελευταία δεκαετία η εγχώρια παραγωγή ανεπεξέργαστου χαρτιού παρουσίασε κάμψη, αφού πολλές μονάδες διέκοψαν την παραγωγή και η ζήτηση καλύπτεται σε σημαντικό βαθμό από εισαγωγές. Ο συνολικός κύκλος εργασιών ενός δείγματος αντιπροσωπευτικών παραγωγικών επιχειρήσεων μεταξύ 2012 και 2017 παρουσίασε αύξηση, ενώ ο όγκος της εγχώριας κατανάλωσης τελικών προϊόντων χάρτου παρουσίασε μικρές μεταβολές, με τις μέσες μηνιαίες δαπάνες των νοικοκυριών να κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα (2016: 0,9%, 2017: 0,9%). Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση Χαρτικών Tissue, η κατανάλωση χαρτιού tissue στην ελληνική αγορά υποχώρησε από τους 171.000 τόνους το 2008 στους 151.000 τόνους το 2012. Ωστόσο, από την επόμενη χρονιά σημειώθηκε ανάκαμψη. Η αγορά το 2016 διαμορφώθηκε στους 163.000 τόνους, αυξημένη ως προς το 2015 κατά 2,5%. Στη μελέτη της ICAP αναλύονται οι οικονομικές καταστάσεις 13 επιχειρήσεων του κλάδου τη διετία 2016-2017. Σύμφωνα με αυτήν, το σύνολο του ενεργητικού τους αυξήθηκε κατά 10,7% το 2017, κυρίως λόγω της καθαρής αύξησης των καθαρών παγίων στοιχείων (16,5%). Την εν λόγω περίοδο τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 5,5% ενώ οι συνολικές μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 21,9% κι οι βραχυπρόθεσμες κατά 9,8%. Οι συνολικές πωλήσεις των επιχειρήσεων του δείγματος αυξήθηκαν κατά 8,2% το 2017, ενώ τα μικτά κέρδη τους κατά 5,1%. Παρόλα αυτά την ίδια περίοδο, εξαιτίας αυξημένων λειτουργικών εξόδων και χρηματοοικονομικών δαπανών, τα λειτουργικά αποτελέσματά τους μειώθηκαν κατά 13,7% και τα καθαρά (προ φόρων) κέρδη κατά 12,6%. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών στο διάστημα Ιανουάριος-Νοέμβριος 2017-2019 του κλάδου των βιομηχανιών χάρτου παρουσίασε τις εξής τιμές: 2017:109,2, 2018:113,9 και 2019:114,19. Αντίστοιχα, ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής το εν λόγω διάστημα διαμορφώθηκε: 2017:105,34, 2018:105,81 και 2019:101,93.

  • Βιομηχανία παραγωγής απορρυπαντικών και σαπουνιών

Η ιστορία της βιομηχανικής παραγωγής σαπουνιού στην Ελλάδα αρχίζει περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα στα Επτάνησα και την τουρκοκρατούμενη Λέσβο. Το 1875 λειτουργούσαν 14 σαπωνοποιεία βιομηχανικής μορφής, το 1912 μόνο στη Λέσβο λειτουργούσαν 113 ατμοκίνητα ελαιοτριβεία και δίπλα τους δεκάδες μικρά σαπωνοποιεία, ενώ το 1928 απογράφηκαν στην Ελλάδα 175 πυρηνελαιουργεία-σαπωνοποιεία. Μετά τον πόλεμο ξεκίνησε η εμφάνιση μεγάλων βιομηχανιών του κλάδου και η επέκταση της παραγωγής στα σύγχρονα συνθετικά απορρυπαντικά.

Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής του κλάδου απορρυπαντικών-σαπουνιών γίνεται από λίγες μεγάλου μεγέθους εταιρείες. Σύμφωνα με τη σχετική κλαδική έρευνα της ICAP, ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων είναι πολύ έντονος, γεγονός που οφείλεται αφενός στην εμπλοκή θυγατρικών πολυεθνικών εταιρειών στο μοίρασμα της αγοράς και αφετέρου στη διείσδυση των κωδικών private label των αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με την Infobank Hellastat, o κλάδος των απορρυπαντικών εμφανίζει χαρακτηριστικά ολιγοπωλίου, καθώς απαρτίζεται από μικρό αριθμό επιχειρήσεων που προσφέρουν ανομοιογενή προϊόντα. Οι λίγες μεγάλες εταιρείες παράγουν πολυάριθμες κατηγορίες προϊόντων, καλύπτοντας διαφορετικούς τομείς της αγοράς, ενώ οι μικρότερου μεγέθους επιχειρήσεις ειδικεύονται κυρίως στην παραγωγή σαπουνιών.

Την περίοδο 2008-2011 η εγχώρια παραγωγή υποχώρησε ως αποτέλεσμα της μεταφοράς μέρους της παραγωγής στο εξωτερικό. Μεταξύ 2012 και 2015 η παραγωγή ανέκαμψε, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 1,5%. Το 2015 η συνολική παραγωγή σημείωσε οριακή αύξηση (0,4%) σε σύγκριση με το 2014. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η αξία των πωληθέντων προϊόντων στον κλάδο παραγωγής χημικών ουσιών και προϊόντων, που περιλαμβάνει τα απορρυπαντικά-σαπούνια, το 2017 αυξήθηκε σε σύγκριση με το 2016 κατά 7,02%. Πάντως, η συμβολή της εν λόγω δραστηριότητας στη διαμόρφωση της αξίας πωληθέντων βιομηχανικών προϊόντων στον κλάδο της παραγωγής χημικών ουσιών και προϊόντων έπεσε από 9,4% το 2016 στο 7,5% το 2017.

  • Βιομηχανία καλλυντικών

Η βιομηχανία καλλυντικών αποτελεί τμήμα του ευρύτερου μεταποιητικού κλάδου των χημικών προϊόντων. Περιλαμβάνει την παραγωγή προϊόντων προσωπικής υγιεινής και προϊόντων καλλωπισμού και αρωμάτων. Σύμφωνα με τη σχετική κλαδική έρευνα της ICAP, η συνολική εγχώρια παραγωγή καλλυντικών (σε τιμές χονδρικής) παρουσίασε φθίνουσα πορεία την περίοδο 2007-2013, με μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 2,5%. Από το 2014 ξεκίνησε η ανάκαμψη. Το 2016 η εγχώρια παραγωγή εκτιμάται ότι εμφάνισε σημαντική αύξηση, της τάξης του 8,5%, ενώ ανοδική ήταν η τάση και το 2017 (5,9%) πράγμα που οφείλεται στην ενισχυμένη εξαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων του κλάδου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Πανελλήνιου Συνδέσμου Βιομηχάνων και Αντιπροσώπων Καλλυντικών, οι πωλήσεις καλλυντικών σε τιμές χονδρικής το 2018 διαμορφώθηκαν περίπου στα 671 εκατ. ευρώ έναντι 657 εκατ. το 2017 και 639 εκατ. ευρώ το 2016. Οι προβλέψεις του με ορίζοντα το 2021 κάνουν λόγο για μέσο ρυθμό ανάπτυξης άνω του 5%. Σύμφωνα με την Infobank Hellastat, η ελληνική βιομηχανία καλλυντικών εδραιώνει τη θέση της στην εγχώρια αγορά. Τη διετία 2017-2018 καταγράφηκε αύξηση της εγχώριας παραγωγής, πράγμα που οφείλεται στη σταδιακή προτίμηση των Ελλήνων στα εγχώρια προϊόντα, αλλά και στην αύξηση των εξαγωγών, που υπερβαίνουν τα 200 εκατ. ευρώ τον χρόνο (232 εκατ. ευρώ το 2017). Οι πωλήσεις καλλυντικών ευρείας διανομής το 2017 εκτιμήθηκαν στα 445 εκατ. ευρώ, ή στο 36,7% της αγοράς. H μεγαλύτερη άνοδος εντοπίστηκε στο δίκτυο των φαρμακείων, όπου πραγματοποιήθηκε το 27,4% των πωλήσεων, ενώ τα προϊόντα επιλεκτικής διανομής κατέλαβαν το 19% της αγοράς. Στην ίδια έρευνα αναλύθηκαν οι οικονομικές καταστάσεις 87 επιχειρήσεων για το 2015. Αναλυτικότερα ο κύκλος εργασιών τους το 2015 αυξήθηκε κατά 3,6% σε σχέση με το 2014 και ανήλθε στα 768,37 εκατ. ευρώ, τα ΚΠΤΦΑ μειώθηκαν κατά 17%, φτάνοντας τα 47,9 εκατ. ευρώ, ενώ τα ΚΠΦ υποχώρησαν κατά 36%, στα 28,6 εκατ. ευρώ, τα περιθώρια ΚΠΤΦΑ και ΚΠΦ μειώθηκαν σε 6% και 2,1% αντίστοιχα, η κεφαλαιακή μόχλευση αυξήθηκε σε 1,4 προς 1 και οι απαιτήσεις εισπράχθηκαν σε τέσσερις μήνες, ενώ τα αποθέματα διακρατήθηκαν για περίοδο πέντε μηνών. Οι αδυναμίες του κλάδου που εντοπίζονται στον διεθνή ανταγωνισμό πολλών και συχνά επικίνδυνων προϊόντων, στην ανάγκη συνεχούς και γενναίας επένδυσης σε νέα προϊόντα, στην αδύναμη ανταγωνιστικότητα των ελληνικών έναντι των διεθνών brands και στον αντίκτυπο στις επιχειρήσεις του κλάδου των θεσμικών προβλημάτων της οικονομίας (φορολογία, προβλήματα ρευστότητας κ.ά.).

σελφ σερβις (T. 503)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2020 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION