σελφ σερβις - Ο καταναλωτής επιλέγει... περικοπές δαπανών

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Ο καταναλωτής επιλέγει... περικοπές δαπανών

2 Μαΐου 2012 | 10:38 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Απόψεις

Ο Έλληνας καταναλωτής αλλάζει κι αυτό αντανακλάται στην αγοραστική του συμπεριφορά. Για την ακρίβεια, τον «αλλάζουν» αυτοί που δεν ξέρουν πώς να τον «σώσουν»... Στους μήνες που ακολουθούν μέλλει να οριστικοποιηθεί η μεγάλη αλλαγή στην αγοραστική του συμπεριφορά, όπως προκύπτει από την άρση όχι του δικαιώματός του να επιλέγει, αλλά των προϋποθέσεων να το ασκεί αυτό, όπως έμαθε μεταπολιτευτικά.

Tούτο δεν είναι από τις κουβέντες που «φέρνουν την καταστροφή», για να το προσπερνά κανείς φτύνοντας τον κόρφο του, αλλά προκύπτει από τις προδιαγραφές του δεύτερου μνημονίου. Το πράγμα φωνάζει: Ενόσω η ύφεση βαθαίνει και η ετήσια παραγωγή εθνικού πλούτου μειώνεται, με τα δημόσια έσοδα και τις ασφαλιστικές εισφορές να καταρρέουν, μόνο με εσωτερική στάση πληρωμών είναι δυνατόν να αντιπαρέρχεται το κράτος τις υποχρεώσεις του στους διεθνείς πιστωτές (ή μήπως με μια νέα αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους κι ένα τρίτο –επίσης «ιστορικό»– μνημόνιο ως τα τέλη του χρόνου;).

Ως το φθινόπωρο κανείς δεν ξέρει αν τα ασφαλιστικά ταμεία θα είναι σε θέση να καταβάλουν τις συντάξεις στους δικαιούχους. Από την άλλη πλευρά, κανείς δεν μπορεί να υποθέσει πόσες από τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, που ήδη χρωστούν δεδουλευμένα στο προσωπικό τους (δύο με πέντε μήνες σε περισσότερους από 400 χιλ. εργαζόμενους), θα εξακολουθούν να υπάρχουν, έστω στηριγμένες σε απλήρωτη εργασία. Στο μεταξύ, η ανεργία εξακολουθεί να διογκώνεται...

Αλλάζει το μοντέλο των μαζικών αγορών;
Όλα τούτα το λιγότερο που σημαίνουν είναι ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου θα υποχρεωθούν να επαναπροσδιορίσουν δομικά όχι απλώς τη στρατηγική με την οποία απευθύνονται στο πελατειακό τους κοινό, αλλά καθαυτή την υπόστασή τους ως προς τον σκοπό που επιτελούν. Κακά τα ψέματα, το μοντέλο του σούπερ μάρκετ, μονταρισμένο για να υπηρετεί το όραμα ευημερίας των μεσαίων στρωμάτων, δεν αντέχει την εξαέρωση αυτού του οράματος και πολύ περισσότερο το φυλλορρόημα των μεσαίων στρωμάτων. Έχει υπερβολικά υψηλό επενδυτικό και λειτουργικό κόστος για να αντέξει έναν οδυνηρό κοινωνικό μετασχηματισμό...

Το πώς θα επαναπροσδιοριστεί το μοντέλο του καταστήματος μαζικών αγορών, πράγμα που επιβάλλεται από συνθήκες οι οποίες τώρα αρχίζει να γίνεται ευρύτερα αντιληπτό πως δεν είναι «έκτακτες» αλλά γίνονται μόνιμες, υποσχόμαστε να το ανιχνεύσουμε σε επόμενο ρεπορτάζ.

Για την ώρα αρκούμαστε σε μια εξ όνυχος θεώρηση των αλλαγών της καταναλωτικής συμπεριφοράς, μέσα από τις κρίσεις υψηλόβαθμων στελεχών του μάρκετινγκ τριών μεγάλων αλυσίδων της αγοράς μας. Της κυρίας Μαριάννας Παπαδοπούλου, διευθύντριας Μάρκετινγκ των My Market, του κ. Στρατή Μπατάγια, διευθυντή Μάρκετινγκ της Αφοί Βερόπουλοι, και του κ. Ηλία Συμεωνίδη, διευθυντή Στρατηγικού Σχεδιασμού και Loyalty Marketing της ΑΒ Βασιλόπουλος.

Η καταναλωτική συνείδηση στη χώρα μας είναι πλασμένη για μια ολόκληρη γενιά με την πεποίθηση ότι οι δαπάνες για τη διατροφή και τις καθημερινές ανάγκες του σπιτιού επ’ ουδενί λόγω μπορεί να μειώνονται τόσο, ώστε να αμφισβητείται ένα κατώτερο ανεκτό επίπεδο ποιότητας ζωής, το οποίο προσδιορίζει, π.χ., η θέση του κρέατος στη διατροφή της μέσης οικογένειας μία, τουλάχιστον, φορά την εβδομάδα.

Στο πλαίσιο αυτό, οι σχετικές δαπάνες στο σούπερ μάρκετ σταθμίζονταν ανάλογα προς τις ανάγκες απόκτησης και μιας σειράς άλλων αγαθών, που προσφέρουν ένα κάποιο κοινωνικό status (νέες τεχνολογίες, διακοπές, εμφάνιση κ.λπ.). Αυτό πλέον δεν ισχύει για το λεγόμενο «μέσο νοικοκυριό». Σε ένα αυξανόμενο ποσοστό τα νοικοκυριά συμβιβάζονται πλέον με την πραγματικότητα της αποστέρησης των δυνατοτήτων ικανοποίησης όλο και περισσότερων από τις εκτός διατροφής καταναλωτικές τους συνήθειες. Περίπου για το 40% των νοικοκυριών η διαθέσιμη καταναλωτική δαπάνη μοιράζεται πλέον μεταξύ και μόνον των ανελαστικών για τη στοιχειώδη διαβίωση αναγκών τους: διατροφής, στέγασης, υγείας.

Ταυτόχρονα, ένα κομμάτι του πληθυσμού –που αλίμονο αυξάνεται– βιώνει την έλλειψη της ποικιλίας στη διατροφή του ή και το αίσθημα της πείνας. Όσο κι αν η αγορά των τροφίμων αποτελεί το ανθεκτικότερο οχυρό στην οικονομική κρίση, στο πλαίσιό της οι αλλαγές της αγοραστικής συμπεριφοράς είναι κάτι περισσότερο από αισθητές.

Tούτο δεν είναι από τις κουβέντες που «φέρνουν την καταστροφή», για να το προσπερνά κανείς φτύνοντας τον κόρφο του, αλλά προκύπτει από τις προδιαγραφές του δεύτερου μνημονίου. Το πράγμα φωνάζει: Ενόσω η ύφεση βαθαίνει και η ετήσια παραγωγή εθνικού πλούτου μειώνεται, με τα δημόσια έσοδα και τις ασφαλιστικές εισφορές να καταρρέουν, μόνο με εσωτερική στάση πληρωμών είναι δυνατόν να αντιπαρέρχεται το κράτος τις υποχρεώσεις του στους διεθνείς πιστωτές (ή μήπως με μια νέα αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους κι ένα τρίτο –επίσης «ιστορικό»– μνημόνιο ως τα τέλη του χρόνου;).

Ως το φθινόπωρο κανείς δεν ξέρει αν τα ασφαλιστικά ταμεία θα είναι σε θέση να καταβάλουν τις συντάξεις στους δικαιούχους. Από την άλλη πλευρά, κανείς δεν μπορεί να υποθέσει πόσες από τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, που ήδη χρωστούν δεδουλευμένα στο προσωπικό τους (δύο με πέντε μήνες σε περισσότερους από 400 χιλ. εργαζόμενους), θα εξακολουθούν να υπάρχουν, έστω στηριγμένες σε απλήρωτη εργασία. Στο μεταξύ, η ανεργία εξακολουθεί να διογκώνεται...

Αλλάζει το μοντέλο των μαζικών αγορών;
Όλα τούτα το λιγότερο που σημαίνουν είναι ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου θα υποχρεωθούν να επαναπροσδιορίσουν δομικά όχι απλώς τη στρατηγική με την οποία απευθύνονται στο πελατειακό τους κοινό, αλλά καθαυτή την υπόστασή τους ως προς τον σκοπό που επιτελούν. Κακά τα ψέματα, το μοντέλο του σούπερ μάρκετ, μονταρισμένο για να υπηρετεί το όραμα ευημερίας των μεσαίων στρωμάτων, δεν αντέχει την εξαέρωση αυτού του οράματος και πολύ περισσότερο το φυλλορρόημα των μεσαίων στρωμάτων. Έχει υπερβολικά υψηλό επενδυτικό και λειτουργικό κόστος για να αντέξει έναν οδυνηρό κοινωνικό μετασχηματισμό...

Το πώς θα επαναπροσδιοριστεί το μοντέλο του καταστήματος μαζικών αγορών, πράγμα που επιβάλλεται από συνθήκες οι οποίες τώρα αρχίζει να γίνεται ευρύτερα αντιληπτό πως δεν είναι «έκτακτες» αλλά γίνονται μόνιμες, υποσχόμαστε να το ανιχνεύσουμε σε επόμενο ρεπορτάζ.

Για την ώρα αρκούμαστε σε μια εξ όνυχος θεώρηση των αλλαγών της καταναλωτικής συμπεριφοράς, μέσα από τις κρίσεις υψηλόβαθμων στελεχών του μάρκετινγκ τριών μεγάλων αλυσίδων της αγοράς μας. Της κυρίας Μαριάννας Παπαδοπούλου, διευθύντριας Μάρκετινγκ των My Market, του κ. Στρατή Μπατάγια, διευθυντή Μάρκετινγκ της Αφοί Βερόπουλοι, και του κ. Ηλία Συμεωνίδη, διευθυντή Στρατηγικού Σχεδιασμού και Loyalty Marketing της ΑΒ Βασιλόπουλος.

Η καταναλωτική συνείδηση στη χώρα μας είναι πλασμένη για μια ολόκληρη γενιά με την πεποίθηση ότι οι δαπάνες για τη διατροφή και τις καθημερινές ανάγκες του σπιτιού επ’ ουδενί λόγω μπορεί να μειώνονται τόσο, ώστε να αμφισβητείται ένα κατώτερο ανεκτό επίπεδο ποιότητας ζωής, το οποίο προσδιορίζει, π.χ., η θέση του κρέατος στη διατροφή της μέσης οικογένειας μία, τουλάχιστον, φορά την εβδομάδα.

Στο πλαίσιο αυτό, οι σχετικές δαπάνες στο σούπερ μάρκετ σταθμίζονταν ανάλογα προς τις ανάγκες απόκτησης και μιας σειράς άλλων αγαθών, που προσφέρουν ένα κάποιο κοινωνικό status (νέες τεχνολογίες, διακοπές, εμφάνιση κ.λπ.). Αυτό πλέον δεν ισχύει για το λεγόμενο «μέσο νοικοκυριό». Σε ένα αυξανόμενο ποσοστό τα νοικοκυριά συμβιβάζονται πλέον με την πραγματικότητα της αποστέρησης των δυνατοτήτων ικανοποίησης όλο και περισσότερων από τις εκτός διατροφής καταναλωτικές τους συνήθειες. Περίπου για το 40% των νοικοκυριών η διαθέσιμη καταναλωτική δαπάνη μοιράζεται πλέον μεταξύ και μόνον των ανελαστικών για τη στοιχειώδη διαβίωση αναγκών τους: διατροφής, στέγασης, υγείας.

Ταυτόχρονα, ένα κομμάτι του πληθυσμού –που αλίμονο αυξάνεται– βιώνει την έλλειψη της ποικιλίας στη διατροφή του ή και το αίσθημα της πείνας. Όσο κι αν η αγορά των τροφίμων αποτελεί το ανθεκτικότερο οχυρό στην οικονομική κρίση, στο πλαίσιό της οι αλλαγές της αγοραστικής συμπεριφοράς είναι κάτι περισσότερο από αισθητές.


Τα συμπτώματα της αλλαγής
«Οι καταναλωτικές συνήθειες έχουν αλλάξει ριζικά, ακόμη και για τα είδη πρώτης ανάγκης. Ο κόσμος έχει περιορίσει αισθητά τις αγορές του. Κάνει συχνότερες επισκέψεις στο σούπερ μάρκετ για αγορές μικρότερης αξίας, προτιμώντας ως πιο “βολικά” τα καταστήματα μεσαίου μεγέθους στη γειτονιά του, αναζητά περισσότερο τις προσφορές και επιδιώκει τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών επωνυμιών σούπερ μάρκετ, πράγμα που μειώνει την πιστότητα των καταναλωτών τόσο στις αλυσίδες όσο και στις μάρκες των προϊόντων» τονίζει η κυρία Μαριάννα Παπαδοπούλου, προσθέτοντας:

«Οι επαναλαμβανόμενες επισκέψεις στο σούπερ μάρκετ από "συνήθεια" μειώνονται και η κάθε αλυσίδα χρειάζεται τώρα να επιβεβαιώνει συνεχώς τη σχέση της με τους καταναλωτές. Όλο και λιγότεροι αγοράζουν προϊόντα "εκτός λίστας" ή προϊόντα "απόλαυσης", που ανέκαθεν αποτελούσαν αυτό που ονομάζουμε αυθόρμητη αγορά. Ο καταναλωτής έγινε πιο προσεκτικός στις αγορές του και σταμάτησε να αποθεματοποιεί προϊόντα στο σπίτι του, ενώ δίνει πλέον όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στο θέμα των τιμών».

«Για πρώτη φορά διαπιστώνεται σε τέτοια έκταση και ένταση το ότι οι καταναλωτές “κυνηγούν” τις προσφορές, συγκρίνοντας τις τιμές μεταξύ των διαφορετικών επωνυμιών σούπερ μάρκετ. Και φυσικά αγοράζουν σαφώς λιγότερα προϊόντα σε σχέση με το παρελθόν, όπως εξάλλου και φθηνότερα προϊόντα» τονίζει ο κ. Στρατής Μπατάγιας.

«Ο καταναλωτής περικόπτει δαπάνες, ξεκινώντας πρώτα από τα μη απαραίτητα. Στο πλαίσιο αυτό, η μεγαλύτερη μείωση της ζήτησης εντοπίζεται κυρίως στα βοηθητικά προϊόντα οικιακής χρήσης, τα οποία εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία προϊόντων bazaar, όπως είδη κουζίνας, κήπου, επίπλωσης, ηλεκτρικές/ηλεκτρονικές συσκευές, αλλά και στα non food προϊόντα, όπως απορρυπαντικά, χαρτικά κ.λπ.» λέει ο κ. Ηλίας Συμεωνίδης.

Ωστόσο, σημαντικές αλλαγές στο μίγμα ραφιού των ειδών bazaar, όπως παρατηρεί, δεν διαπιστώνονται (τουλάχιστον ακόμη) στα καταστήματα του κλάδου. Ζητήσαμε το σχόλιό του σε σχέση με ένα αρκετά εντυπωσιακό στοιχείο, αν εξεταστεί αποσπασμένο από τη γενική κατάσταση: την αύξηση το τελευταίο διάστημα της εμπορικής κίνησης στα υπέρ μάρκετ.

«Το peak των πωλήσεων σε αυτά σχετίζεται πλέον με τη διενέργεια μεγάλων προγραμμάτων προσφορών. Και εν πάση περιπτώσει μη σας διαφεύγει ότι η βάση των συγκρίσεων, σε σχέση με τις πωλήσεις των υπέρ μάρκετ την προηγούμενη χρονιά, είναι πολύ χαμηλά» σχολίασε εύλογα ο συνομιλητής μας.

«Κάποιες ειδικές κατηγορίες αγαθών, όπως τα τρόφιμα delicatessen, έχουν πλέον περιορισμένη ανταπόκριση, ενώ μειωμένη ζήτηση έχουν επίσης τα αλκοολούχα ποτά, τα αναψυκτικά και οι μπίρες» σημειώνει η κυρία Παπαδοπούλου. Αντίθετα, όπως προσθέτει, «αυξημένη ζήτηση παρουσιάζουν οι κατηγορίες του καφέ, των αλεύρων και των δημητριακών. Στη διάρκεια του χειμώνα προϊόντα όπως οι σόμπες, τα αερόθερμα και τα προσανάμματα για το τζάκι παρουσίασαν εντυπωσιακή αύξηση πωλήσεων, δίνοντας ένα ξεκάθαρο στίγμα της έντονης αλλαγής των αναγκών και συνηθειών του καταναλωτικού κοινού».

Πάντως, ο καταναλωτής μπορεί μεν να αγοράζει ανά επίσκεψη μικρότερες ποσότητες στα τυποποιημένα προϊόντα, αλλά δεν συμπεραίνεται κάποια αξιοσημείωτη στροφή της ζήτησης προς υποδεέστερες ποιότητες φρέσκων προϊόντων, π.χ. κρέας και οπωροκηπευτικά. «Αυτό που συμβαίνει είναι μια πιο ορθολογική διαχείριση του καλαθιού αγορών.

Ο Έλληνας σήμερα περιορίζει τα ψώνια του σε ό,τι ακριβώς του χρειάζεται, είτε για το καθημερινό γεύμα της οικογένειας –για το οποίο, πάντως, εξακολουθεί να μην κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα– είτε για τη φροντίδα του νοικοκυριού του» εξηγεί ο κ. Συμεωνίδης, σχολιάζοντας: «Τα προγράμματα προωθήσεων, πριν τη ραγδαία μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, βασίζονταν πολύ στο στοκάρισμα των νοικοκυριών, κυρίως όσον αφορά τις "βαριές" προϊοντικές κατηγορίες, όπως απορρυπαντικά, πάνες, ελαιόλαδο, όπου η αξία αγοράς του προϊόντος είναι υπολογίσιμη. Τώρα πλέον οι παρορμητικές αποφάσεις που άλλοτε οδηγούσαν σε υπερ-αποθεματοποίηση τα νοικοκυριά εκλείπουν. Αντί αυτών ένα 30%-40% των καταναλωτών περιμένουν τη διενέργεια προσφορών στα προϊόντα ακριβώς που τους ενδιαφέρουν, για να ανταποκριθούν σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες τους».

Τάση υπέρ των ελληνικών προϊόντων
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αγορά γίνεται όλο και περισσότερο ανταγωνιστική, καθώς «οι αλυσίδες φροντίζουν να μην έχει η καθεμία σημαντική απόκλιση τιμών προς τα πάνω από τις ανταγωνίστριές της, ενώ τα προϊόντα-κράχτες της φτήνιας εναλλάσσονται τακτικά στα διαφημιστικά μηνύματα κάθε ανταγωνιστή –σε εμάς κάθε εβδομάδα–, προκειμένου να τονώνεται η ελκυστικότητά του» λέει ο κ. Μπατάγιας. Εξάλλου, όπως παρατηρεί, «σήμερα διαπιστώνουμε μια αρκετά μεγάλη στροφή της ζήτησης στα ελληνικά προϊόντα.

Ενδεχομένως δεν είναι ξεκαθαρισμένο στη συνείδηση του καταναλωτή το ποιο είναι εντέλει το “ελληνικό” προϊόν –αυτό που προέρχεται από αμιγώς ελληνικές εταιρείες ή εκείνο που παράγεται στην Ελλάδα από πολυεθνικές εταιρείες;–, αλλά η σταθερότητα της προτίμησης στα "εθνικά χρώματα" είναι πια εμφανής».

Όπως μας είπε ο κ. Μπατάγιας, «με το ξεκίνημα της κρίσης η κάμψη του τζίρου ήταν περισσότερο αισθητή στην Αθήνα παρά στην επαρχία. Η επαρχία, όμως, φαίνεται τώρα ότι βιώνει την κρίση πιο δραματικά, όπως πιστοποιούν τα στοιχεία των πωλήσεών μας σε όλη τη χώρα». Δεν είναι τυχαίο ότι ο καταναλωτής της επαρχίας «αναπτύσσει ιδιαίτερη σχέση με το παιχνίδι των προσφορών, κυνηγώντας τις ευκαιρίες δημιουργίας των καλύτερων συνδυασμών στις προσφορές των διαφορετικών αλυσίδων» συμπληρώνει ο κ. Συμεωνίδης, προσθέτοντας:

«Γενικά σήμερα ο καταναλωτής είναι πιο ενημερωμένος, πιο κριτικός στις αποφάσεις του και πιο προγραμματισμένος στα ψώνια του. Επίσης, στην ενημέρωσή του παίζει σημαντικότερο ρόλο περισσότερο από ποτέ η πληροφόρηση από στόμα σε στόμα και η δύναμη της γνώμης μέσω των social media που μπορεί πλέον να απογειώσει ή να καταστρέψει μια μάρκα».

Η απομυθοποίηση των brands
«Οι νέες οικονομικές συνθήκες έχουν οδηγήσει τον καταναλωτή να αναζητά πιο επισταμένα οικονομικότερες λύσεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ, είτε πρόκειται για τρόφιμα είτε όχι. Η αυξητική τάση προτίμησης στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας είναι μία πραγματικότητα, καθώς αυτά σε εποχές κρίσης απενοχοποιούνται, δοκιμάζονται και υιοθετούνται ολοένα και ευκολότερα» επισημαίνει η κυρία Παπαδοπούλου.

«Πράγματι, σε μια αγορά η οποία στο σύνολό της παρουσιάζει μια κάμψη της τάξης του 3%-5% στην καλύτερη περίπτωση, τα PL των αλυσίδων εμφανίζουν άνοδο – σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, με διψήφιο αριθμό. Πάντως, δεν μπορούμε να πούμε πως η αδιαμφισβήτητη τάση προς τα φτηνότερα προϊόντα αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας δραματικής αλλαγής» υποστηρίζει ο κ. Συμεωνίδης, σχολιάζοντας: «Σημασία έχει ότι ο πελάτης πλέον αντιλαμβάνεται το αντικειμενικό πλεονέκτημα που του προσφέρει η ιδιωτική μάρκα μιας αλυσίδας πέρα από την τιμή, γεγονός που ενισχύεται σε μεγάλο βαθμό και από την απομυθοποίηση των brands τα τελευταία χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, η παραδοσιακά ισχυρή σχέση των Ελλήνων καταναλωτών με τα brands αμφισβητείται, με την έννοια ότι τίθεται υπό κρίση η σχέση τιμής και πραγματικής ωφέλειας που προσφέρει μια μάρκα, συγκρινόμενα με την αντίστοιχη σχέση ωφέλειας-τιμής ενός προϊόντος λιανεμπορικής φίρμας. Τίποτα πια δεν είναι αυτονόητο, όλα τίθενται υπό κρίση και τούτο δημιουργεί περαιτέρω τάσεις, που θα μας απασχολούν όλο και περισσότερο στο ορατό μέλλον».

σελφ σερβις (T. 416)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION