σελφ σερβις - Το «καλάθι της νοικοκυράς»: Πώς το ‘φτιαξαν τα χρόνια

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Το «καλάθι της νοικοκυράς»: Πώς το ‘φτιαξαν τα χρόνια

12 Ιουλίου 2012 | 11:44 Γράφει ο Θανάσης  Ηλιοδρομίτης Topics: Αναδρομή,Αφιερώματα,Καταναλωτής

Μισός αιώνας αδιάκοπης βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού ανακόπηκε το 2009. Έκτοτε το καταναλωτικό μοντέλο στη χώρα μας οπισθοδρομεί τάχιστα, καθώς το «καλάθι της νοικοκυράς» αδειάζει λόγω της συνεχούς μείωσης των εισοδημάτων και της αύξησης των φόρων, της ανεργίας και της ανασφάλειας για το άμεσο μέλλον.

Το διάστημα 1957-2008 οι δαπάνες των νοικοκυριών σε σταθερές τιμές υπερδιπλασιάστηκαν, ενώ η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, που πραγματοποιήθηκε το 2009 (η τελευταία δημοσιευμένη), καταγράφει για πρώτη φορά συρρίκνωση του «καλαθιού της νοικοκυράς», ακόμη και σε τρέχουσες τιμές, σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη έρευνα, του 2008.

Συγκεκριμένα, οι μέσες δαπάνες των νοικοκυριών μειώθηκαν κατά 2,5% το 2009 σε σχέση με το 2008, ενώ αν υπολογιστεί και ο πληθωρισμός, το ποσοστό μείωσης φθάνει το -3,6%. Βέβαια, τα στοιχεία αυτά, υποδεικνύουν απλώς την έναρξη της κρίσης και ουδόλως απεικονίζουν την κατάσταση που βιώνουν σήμερα τα νοικοκυριά, καθώς στην έρευνα του 2009 δεν έχουν καταγραφεί οι επιπτώσεις στο «καλάθι» από την εφαρμογή των μνημονίων, που αρχίζουν να εμφανίζονται από το καλοκαίρι του 2010.

Όμως, άλλες έρευνες της ΕΛΣΤΑΤ, καθώς και πολλών οργανισμών και ιδρυμάτων, εμφανίζουν ευκρινέστατα το μέγεθος της λεηλασίας που έχει υποστεί την τελευταία διετία το «καλάθι της νοικοκυράς».

Για παράδειγμα, το διάστημα αυτό το διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα των εργαζομένων μειώθηκε έως και 50%, όχι μόνο λόγω των περικοπών στους μισθούς και στις συντάξεις, αλλά και της κάθετης αύξησης των φόρων και των χαρατσιών. Επίσης, οι άνεργοι έχουν ξεπεράσει κ ατά πολύ το ένα εκατομμύριο, ενώ οι λιανικές πωλήσεις σε σταθερές τιμές έχουν συρρικνωθεί σε επίπεδο ανάλογο αυτού του 2001.

Καλύτερη ζωή με σούπερ μάρκετ
Το 1957, που διενεργήθηκε η πρώτη Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών, η ΕΛΣΤΑΤ μετρούσε ακόμη και τις θερμίδες των τροφίμων που κατανάλωναν οι Έλληνες, καθώς μεγάλο μέρος του πληθυσμού όχι απλώς υποσιτιζόταν, αλλά ακροβατούσε στα όρια της πείνας.

Τη δεκαετία του ’60 άρχισαν να αχνοφαίνονται οι πρώτες ενδείξεις για το καταναλωτικό πρότυπο του μέλλοντος. Το «καλάθι της νοικοκυράς» μεγάλωσε σημαντικά και εμπλουτίστηκε με νέα προϊόντα και υπηρεσίες, βοηθούμενο και από το μεγάλο ρεύμα της αστυφιλίας και των πόρων που έφερε στην οικονομία η αντιπαροχή.

Τα θεμέλια, όμως, του σύγχρονου καταναλωτικού μοντέλου τέθηκαν ουσιαστικά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70, όταν οι πρώτες αλυσίδες σούπερ μάρκετ άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην έρευνα που πραγματοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ το 1974 άρχισε να διαγράφεται καθαρά η πορεία για το πέρασμα από το καταναλωτικό μοντέλο της «ανάγκης» σε αυτό της «καλύτερης ζωής».

Το διάστημα 1957-2008 οι δαπάνες των νοικοκυριών σε σταθερές τιμές υπερδιπλασιάστηκαν, ενώ η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, που πραγματοποιήθηκε το 2009 (η τελευταία δημοσιευμένη), καταγράφει για πρώτη φορά συρρίκνωση του «καλαθιού της νοικοκυράς», ακόμη και σε τρέχουσες τιμές, σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη έρευνα, του 2008.

Συγκεκριμένα, οι μέσες δαπάνες των νοικοκυριών μειώθηκαν κατά 2,5% το 2009 σε σχέση με το 2008, ενώ αν υπολογιστεί και ο πληθωρισμός, το ποσοστό μείωσης φθάνει το -3,6%. Βέβαια, τα στοιχεία αυτά, υποδεικνύουν απλώς την έναρξη της κρίσης και ουδόλως απεικονίζουν την κατάσταση που βιώνουν σήμερα τα νοικοκυριά, καθώς στην έρευνα του 2009 δεν έχουν καταγραφεί οι επιπτώσεις στο «καλάθι» από την εφαρμογή των μνημονίων, που αρχίζουν να εμφανίζονται από το καλοκαίρι του 2010.

Όμως, άλλες έρευνες της ΕΛΣΤΑΤ, καθώς και πολλών οργανισμών και ιδρυμάτων, εμφανίζουν ευκρινέστατα το μέγεθος της λεηλασίας που έχει υποστεί την τελευταία διετία το «καλάθι της νοικοκυράς».

Για παράδειγμα, το διάστημα αυτό το διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα των εργαζομένων μειώθηκε έως και 50%, όχι μόνο λόγω των περικοπών στους μισθούς και στις συντάξεις, αλλά και της κάθετης αύξησης των φόρων και των χαρατσιών. Επίσης, οι άνεργοι έχουν ξεπεράσει κ ατά πολύ το ένα εκατομμύριο, ενώ οι λιανικές πωλήσεις σε σταθερές τιμές έχουν συρρικνωθεί σε επίπεδο ανάλογο αυτού του 2001.

Καλύτερη ζωή με σούπερ μάρκετ
Το 1957, που διενεργήθηκε η πρώτη Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών, η ΕΛΣΤΑΤ μετρούσε ακόμη και τις θερμίδες των τροφίμων που κατανάλωναν οι Έλληνες, καθώς μεγάλο μέρος του πληθυσμού όχι απλώς υποσιτιζόταν, αλλά ακροβατούσε στα όρια της πείνας.

Τη δεκαετία του ’60 άρχισαν να αχνοφαίνονται οι πρώτες ενδείξεις για το καταναλωτικό πρότυπο του μέλλοντος. Το «καλάθι της νοικοκυράς» μεγάλωσε σημαντικά και εμπλουτίστηκε με νέα προϊόντα και υπηρεσίες, βοηθούμενο και από το μεγάλο ρεύμα της αστυφιλίας και των πόρων που έφερε στην οικονομία η αντιπαροχή.

Τα θεμέλια, όμως, του σύγχρονου καταναλωτικού μοντέλου τέθηκαν ουσιαστικά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70, όταν οι πρώτες αλυσίδες σούπερ μάρκετ άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην έρευνα που πραγματοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ το 1974 άρχισε να διαγράφεται καθαρά η πορεία για το πέρασμα από το καταναλωτικό μοντέλο της «ανάγκης» σε αυτό της «καλύτερης ζωής».


Έτσι:
- Το μερίδιο των τροφίμων στη μέση δαπάνη του νοικοκυριού περιορίστηκε στο 31%, από 35,7% που ήταν το 1957. Σημειώνουμε εδώ ότι η μείωση του «χώρου» που καταλαμβάνουν τα τρόφιμα στο «καλάθι της νοικοκυράς» αποτελεί την ισχυρότερη ένδειξη για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του νοικοκυριού:

Όσο μικρότερο είναι το ποσοστό του διαθέσιμου προς κατανάλωση εισοδήματος για την κάλυψη των ζωτικών αναγκών διατροφής, τόσο αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα για την ικανοποίηση άλλων καταναλωτικών αναγκών, που κάνουν ποιοτικά ανώτερη τη ζωή μας.

- Το μερίδιο των δαπανών για διαρκή αγαθά αυξήθηκε πάνω από 2%. Ο εξηλεκτρισμός της χώρας έφερε στα νοικοκυριά τις ηλεκτρικές οικιακές συσκευές, κυρίως τα ηλεκτρικά ψυγεία σε πρώτη φάση, εξαφανίζοντας από το «καλάθι» τα ψυγεία πάγου, τα οποία το 1957 κάλυπταν το 0,33% του «χώρου» του.

- Οι δαπάνες για αγορά, κίνηση και συντήρηση αυτοκινήτου εκτινάσσονται από το 0,8% του «καλαθιού» το 1957 σε 6% το 1974. Το ΙΧ, ο «βασιλιάς του καταναλωτικού μοντέλου» των επόμενων δεκαετιών, άρχισε κιόλας να ετοιμάζεται για τη στέψη του.

Άνοδος του βιοτικού επιπέδου
Εξετάζοντας διαχρονικά τις Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ ανάμεσα σε δυο χρονιές ορόσημα στην ιστορία του ελληνικού καταναλωτισμού, το 1974 έως το 2008, διαπιστώνουμε ότι η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε το διάστημα αυτό κατά 75% σε σταθερές τιμές.

Το ίδιο διάστημα καταγράφηκε μεγάλη μετατόπιση (σε ό,τι αφορά την εσωτερική διάρθρωση του «καλαθιού») από τους τομείς της διατροφής και ένδυσης-υπόδησης προς τις λεγόμενες κοινωνικές δαπάνες (υγεία, εκπαίδευση) και τις δαπάνες που σχετίζονται με τον ελεύθερο χρόνο και την ποιότητα ζωής (τουρισμός, εστίαση, μεταφορές, επικοινωνίες).

Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη κατέχει, βεβαίως, το αυτοκίνητο, που στο τέλος της περιόδου έφθασε να καταλαμβάνει το 12% του «καλαθιού». Το αυτοκίνητο από μόνο του το 2008 κόστιζε στην ελληνική οικογένεια περισσότερο από τις υπόλοιπες δέκα μεγάλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών του «καλαθιού», με μοναδική εξαίρεση τα είδη διατροφής, που εξακολουθούσαν να καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο χώρο στο «καλάθι» (16,4%).

Η εικόνα αυτή δεν άλλαξε σημαντικά το 2009, αλλά την επόμενη διετία, όπως δείχνουν άλλες έρευνες της ΕΛΣΤΑΤ, οι εξελίξεις ήταν κατακλυσμικές για τον κλάδο. Στο άλλο άκρο βρίσκεται το ψωμί: Η μείωση της κατανάλωσής του αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη βελτίωσης της ευημερίας των καταναλωτών. Και πράγματι, από το 1974 και μετά το μερίδιο του ψωμιού στο «καλάθι» μειώνεται συνεχώς (με μοναδική εξαίρεση το 1994) και ήδη έχει περιοριστεί στο 0,9% από 1,92% που ήταν στην αρχή της συγκεκριμένης περιόδου.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 2009 η μέση κατά κεφαλή μηνιαία κατανάλωση ψωμιού μόλις ξεπερνούσε τα 4,2 κιλά, ενώ το 1957 υπερέβαινε τα 10 κιλά. Ήδη, το 1974 είχε περιοριστεί στα 7 κιλά. Μια ειδική κατηγορία δαπανών είναι αυτές που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες υγείας και στην εκπαίδευση. Η διόγκωσή τους τα τελευταία χρόνια δείχνει περισσότερο τα ελλείμματα κοινωνικής πολιτικής του ελληνικού κράτους παρά αποτελεί ένδειξη αύξησης της ευημερίας των πολιτών.

Οι ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας και η παραπαιδεία απορροφούν πόρους που θα μπορούσαν να διατεθούν σε άλλους τομείς πιο παραγωγικούς και επωφελείς για την ελληνική οικονομία και τους καταναλωτές. Εξάλλου, και οι δύο τομείς έχουν υψηλές επιδόσεις τους στη φοροδιαφυγή, στερώντας έσοδα πολλών εκατομμυρίων ευρώ ετησίως από το Δημόσιο.

- Το 1974 οι δαπάνες για την εκπαίδευση κάλυπταν μόλις το 1,3% του «καλαθιού» και αφορούσαν κυρίως δίδακτρα για τεχνικές και επαγγελματικές σχολές. Το 2009 το μερίδιό τους είχε εκτιναχθεί στο 3,2% και αφορούσε δαπάνες κυρίως για φροντιστήρια και ιδιαίτερα.

- Σε ό,τι αφορά τις δαπάνες υγείας, από 3,7% το 1974 εκτινάχθηκαν στο 7,2% το 2004, για να περιοριστούν ελαφρά στο 6,5% το 2009 ως αποτέλεσμα της κρίσης. Εντυπωσιακά αυξήθηκε, επίσης, το μερίδιο των ξενοδοχείων και της εστίασης, που το 2009 έφτασαν να καλύπτουν κατά μέσο όρο το 11% των αγορών των νοικοκυριών, από 4,6% το 1974.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι δαπάνες για ξενοδοχεία και εστίαση μόλις το 1998 συγκρότησαν αυτοτελή ομάδα. Μέχρι τότε ήταν διεσπαρμένες σε διάφορες άλλες ομάδες αγαθών και υπηρεσιών (τρόφιμα, αναψυχή, λοιπά κλπ).


Διατροφή: η βάση του «καλαθιού της νοικοκυράς»
Παρά τις διαφοροποιήσεις που σημειώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίας στο καταναλωτικό μοντέλο, τα είδη διατροφής εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση του «καλαθιού της νοικοκυράς». Το ειδικό βάρος τους στο «καλάθι» έχει περιοριστεί δραστικά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι μειώθηκαν οι δαπάνες για αγορά τροφίμων.

Απεναντίας, αυξάνονται διαρκώς τόσο σε τρέχουσες όσο και σε σταθερές τιμές. Τι συμβαίνει; Απλώς, το «καλάθι» διευρύνεται με ταχύτερο ρυθμό απ’ όσο οι δαπάνες για τη διατροφή, καθώς την τελευταία εικοσαετία έχει εμπλουτιστεί με δεκάδες προϊόντα και υπηρεσίες νέων τεχνολογιών, όπως το Internet, η κινητή τηλεφωνία, τα τρόφιμα με χαμηλά λιπαρά κλπ. Το 1974 τα είδη διατροφής κάλυπταν το 31% των μέσων μηνιαίων αγορών του νοικοκυριού.

Το ποσοστό αυτό μειωνόταν συνεχώς σε όλες τις έρευνες της ΕΛΣΤΑΤ, για να διαμορφωθεί στο 16,4% το 2008, επίδοση που αποτελεί ιστορικό χαμηλό –και μάλλον, όπως δείχνουν οι μετέπειτα εξελίξεις, θα παραμείνει ως τέτοιο για πολλά χρόνια ακόμη. Το 2009 για πρώτη φορά καταγράφηκε αύξηση του μεριδίου των ειδών διατροφής στο «καλάθι», που διαμορφώθηκε στο 17,3%, γεγονός που επιβεβαιώνει την έναρξη μιας περιόδου πτώσης του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων...

Πάντως, οι μέσοι όροι δεν δείχνουν ποτέ ολόκληρη την αλήθεια. Έτσι, για παράδειγμα, το 2008, τη χρονιά που η «ευημερία» έφτασε στο υψηλότερο σημείο της, το 17% των νοικοκυριών, που κατά μέσο όρο δαπανούσαν λιγότερα από 1.100 ευρώ το μήνα, ξόδευαν κατά μέσο όρο από 130-175 ευρώ για αγορά τροφίμων, ποσό που αντιστοιχεί στο 25%-33% των μέσων συνολικών μέσων μηνιαίων δαπανών.

Αντίθετα, το 11% των πλουσιότερων νοικοκυριών, με μηνιαίες δαπάνες πάνω από 3.500 ευρώ, ξόδευαν για είδη διατροφής κατά μέσο όρο 471 ευρώ, ποσό πολλαπλάσιο μεν εκείνου των φτωχών, αλλά που αντιστοιχεί μόλις στο 11% των μέσων μηνιαίων αγορών τους.

1974-2009: Οι κυριότερες μεταβολές
Οι κυριότερες μεταβολές που σημειώθηκαν το διάστημα 1974-2009 σε ό,τι αφορά τα ποσοστιαία μερίδια στο «καλάθι της νοικοκυράς» είναι οι εξής:

- Στα είδη διατροφής σημειώθηκε πτώση 44,4%.

- Μειωμένο κατά 28,7% ήταν και το μερίδιο των οινοπνευματωδών ποτών και του καπνού.

- Στα είδη ένδυσης και υπόδησης η πτώση έφτασε το 37,2%.

Αντίθετα αυξημένα ήταν τα μερίδια στις εξής κατηγορίες: Επικοινωνίες 220,8%, Εκπαίδευση 156,8%, Διάφορα αγαθά και υπηρεσίες 149,3%, Ξενοδοχεία- εστίαση 139,1%, Υγεία 75,5%, Μεταφορές 41,4%.

Και κάτι ακόμη που είναι ενδεικτικό των μεταβολών που συντελέστηκαν στις συνήθειες των Ελλήνων κατά το εξεταζόμενο διάστημα: Το 1974 οι μετακινήσεις με δημόσια μέσα μεταφοράς απορροφούσαν κατά μέσο όρο το 10,8% του συνόλου των δαπανών των ελληνικών νοικοκυριών. Το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο από το 1,4%.

Το ΙΧ αυτοκίνητο, λοιπόν, εκτόπισε εν πολλοίς τα ΔΧ μεταφορικά μέσα ως πρωταγωνιστής των αλλαγών που συντελέστηκαν τις τελευταίες δεκαετίας στις καταναλωτικές μας συνήθειες. Το 1981(πρώτο έτος για το οποίο παρέχει στοιχεία η ΕΛΣΤΑΤ) το 27,9% των ελληνικών οικογενειών διέθεταν τουλάχιστον ένα αυτοκίνητο. Το 2008 το αντίστοιχο ποσοστό είχε φτάσει το 66,9%, ενώ το 2009 μειώθηκε ελαφρά στο 66,6%.

Το 2010 κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα σχεδόν 5,2 εκατομμύρια ΙΧ επιβατικά αυτοκίνητα. Από το 1999 και μετά, που μειώθηκαν τα επιτόκια και οι τράπεζες χορηγούσαν ακόμη και με το ζόρι δάνεια, ο αριθμός τους αύξανε με ρυθμό πάνω από 200.000 αυτοκίνητα ετησίως. Αυτό μέχρι το 2008, οπότε τέθηκαν στην κυκλοφορία περίπου 300.000 νέα αυτοκίνητα. Μετά ήρθε η κατάρρευση.

Το 2011 τα νέα αυτοκίνητα μόλις ξεπέρασαν τις 100.000, αριθμός που αντιστοιχούσε περίπου στο 35% του 2008. Το 2012 τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, καθώς το πρώτο τετράμηνο του έτους τέθηκαν σε κυκλοφορία μόλις 24.395 αυτοκίνητα, που αντιστοιχούν μόλις στο 20% των 120.234 του αντίστοιχου τετραμήνου του 2008.

σελφ σερβις (T. 418)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION