σελφ σερβις - Μοιραίοι κι άβουλοι αντάµα...

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Μοιραίοι κι άβουλοι αντάµα...

8 Μαΐου 2013 | 09:39 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Απόψεις

Έγραφα το ρεπορτάζ για το πρόσφατο συνέδριο του κλάδου, αλλά το αυτί μου, στυλωμένο στο ραδιόφωνο, παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα της οικονομικής τραγωδίας της Κύπρου. «Φανταστείτε ότι, αφού φάγατε στην ταβέρνα, αντί του ταβερνιάρη σας πλασάρει τον λογαριασμό ένας άγνωστος, απαιτώντας να πληρώσετε όχι μόνο την παραγγελία σας αλλά και τα χρέη του ταβερνιάρη...», σχολίαζε προσφυώς ο εκφωνητής για το «κούρεμα» των καταθέσεων –δηλαδή, για τα οσονούπω μελλούμενα στην ΕΕ...

Και φαντάστηκα τότε συνοφρυωμένα κάποια από τα πρόσωπα των μάνατζερ, που συνάντησα στα διαλείμματα του συνεδρίου μας, μεταξύ ενός πλήθους παραγόντων εκατοντάδων ελλαδικών μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων, που συναλλάσσονται με την αγορά και τις τράπεζες της μεγαλονήσου...

Όμως, απ’ αυτούς, φευ, «ορισμένοι θεωρούν τη σημερινή δύσκολη περίσταση αμιγώς ως πρόβλημα μείωσης πωλήσεων και κερδών, με τον κρυφό πόθο κάποια στιγμή τα πράγματα να επανέλθουν στην προ της κρίσεως κατάσταση, της γενικευμένης ευωχίας και της μεγέθυνσης της οικονομίας με δανεικά...», είπε επί λέξει στους συνέδρους ο υφυπουργός ΥΠΑΑΝ-ΜΥΔ, κ. Θανάσης Σκορδάς.

Ω, τι αμαρτωλός ατομισμός, τι ιδιοτέλεια θεέ μου, σκέφτηκα, και ντράπηκα για λογαριασμό τους, που δεν μετέχουν στην χορεία όσων «αντιμετωπίζουμε την κρίση ως ευκαιρία για μια δομική αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, που είναι ανάγκη να βασιστεί στην παραγωγή πλούτου, με σκοπό την ανάπτυξη της οικονομίας από την πλευρά της προσφοράς...», συνέχισε ο κ. υφυπουργός.

Αλλά και να διετίθεντο οι άνθρωποι να μετέχουν του οράματος μιας ανακάμπτουσας, καινοτόμου και εν γένει εξωστρεφούς οικονομίας της προσφοράς, ειδικά τώρα που το άθλιο κομματικό κράτος μεταμελείται για το πελατειακό παρελθόν του, που μεταρρυθμίζεται ασμένως και αποποινικοποιεί την επιχειρηματικότητα, προκάνουν; Διότι, εφόσον η ζήτηση –το άλλοτε χρυσό γουρουνάκι της ευωχίας στο κοπάδι των PIGS– σπαρταράει στο προτεσταντικό σφαγείο του γερμανοκεντρικού οικονομικού σχεδιασμού (ή μήπως δεν πρόκειται περί αυτού;), η προσφορά υποφέρει από αναιμία πωλήσεων, από νευρική ανορεξία επενδύσεων και από αιμορραγική χρηματοπενία... Έτσι, λοιπόν, θυμήθηκα το παντεσπάνι της Αντουανέτας... 

Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε
Το ακροατήριο του συνεδρίου παρέμεινε αδρανές στην επίμονη ερώτηση του Γενικού Γραμματέα Εμπορίου, κ. Στέφανου Κομνηνού, «πόσοι από σας καταργήσατε τον τιμοκατάλογο χονδρικής, αφότου το κράτος κατήργησε τη σχετική του απαίτηση;». Τους την απηύθυνε μυκτηρίζοντας τα καθυστερημένα αντανακλαστικά τους, αντιστρόφως ανάλογα προς τον μεταρρυθμιστικό οίστρο του ΥΠΑΑΝ-ΜΥΔ να φιλελευθεροποιεί την αγορά, ενόσω τούτη αποσαθρώνεται από την ύφεση, που ούτε η Κομισιόν το προλαβαίνει πια –τέτοια φόρα!

Φυσικά, δεν ήταν περίεργο που δεν τους ρώτησε ο κ. Γενικός σε πόσους έκοψαν την πίστωση οι προμηθευτές πρώτων υλών, πόσοι αδυνατούν να ικανοποιήσουν τις παραγγελίες τους λόγω καθυστερήσεων πληρωμών και χρηματοπιστωτικού φαλιμέντου ή πόσοι καθυστερούν τις πληρωμές τους σε συνεργάτες και προσωπικό για τον ίδιο λόγο, σε πόσους χρωστάει επιστροφές φόρου το κράτος, σε πόσους χρωστούν οι πελάτες τους κλπ. Το ακατανόητο, ωστόσο, παραμένει ότι δεν σηκώθηκε κανείς να του «αντιγυρίσει» την πρόκληση...

«Η αγορά δεν είναι αλληλέγγυα», «ο ανταγωνισμός είναι ανελέητος», άστραψαν και βρόντησαν οι δύο Γενικοί Γραμματείς, ο κ. Κομνηνός κι ο επί του Καταναλωτή (νυν επί της Βιομηχανίας), κ. Γιώργος Στεργίου. «Από πότε το λιανεμπόριο ασκεί κοινωνική πολιτική;», ρώτησε περιπαικτικά ο πρώτος τούς λιανοπωλητές, που πωλούν σε τσιμπημένες τιμές κάποια προϊόντα ένεκα αλληλεγγύης (κατά πως του εξομολογήθηκαν ιδιωτικώς) στους παραγωγούς αυτών των προϊόντων, επειδή λόγω κρίσης διάγουν επισφαλή επιχειρηματικό βίο... Κανένα έλεος για τις επιχειρήσεις-θύματα της κρίσης! Τώρα η φτώχεια κι η έκπτωση δικαιωμάτων του «βασιλιά»-καταναλωτή είναι το τέλειο εργαλείο για την «εξυγίανση», για τον «εξορθολογισμό» της αγοράς!

Όσο περισσότερο τον χαντακώνει αυτόν η κρατική πολιτική, τόσο «δικαιότερα» αποφασίζει κατά της «ασθενούς» επιχειρηματικότητας, την υγεία της οποίας υποσκάπτουν ακριβώς η ύφεση κι η έλλειψη ρευστότητας. Τι ποιο απλό; Αφήστε τα θύματα-«βασιλείς» της αγοράς να γίνουν οι θύτες των επιχειρήσεων που «περισσεύουν», που «παρασιτούν»! Να πώς γίνεται το value for money «παρασιτοκτόνο» στα χέρια όσων έχουν ανόθευτη ωφελιμιστική ψυχή και προπάντων την αριστεία ισχύος να τους ράβει η οικονομική κρίση τα κουστούμια των «ευκαιριών» στα μέτρα τους!     

Περί της «ικανοποίησης του αιτήματος ελευθερίας της αγοράς να αποφασίζει, με το όποιο κόστος» αγόρευσε ο κ. Στεργίου, καταγγέλλοντας με ακεραιόφρονα φιλελεύθερο οίστρο το αντιανταγωνιστικό πνεύμα «όσων βολεύτηκαν δεκαετίες ολόκληρες στην προστατευτική αγκαλιά του «κράτους-πατερούλη», του τελευταίου σοβιετικού κράτους στην Ευρώπη!».

Ήμαρτον θεέ μου, είπα, θα τρίζουν τα κόκαλα του Κωνσταντίνου Καραμανλή –αλησμόνητες οι μομφές εναντίον του περί «σοσιαλμανίας», έτσι; Αλλά θυμήθηκα και τη γνήσια σοβιετική πυγμή του Τσαουσέσκου, που νομοθετούσε την κατανάλωση κρέατος με το γραμμάριο ανά κάτοικο και τη διακοπή της κεντρικής θέρμανσης χειμώνα καιρό, για να ξοφληθούν οι διεθνείς δανειστές της Ρουμανίας στη δεκαετία του ‘80, σε αντιστοιχία προς τα άγρια φορομπηχτικά ήθη του σύγχρονου ελληνικού κράτους, που τελεί υπό τον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό της τρόικας και των Γερμανών, οπότε ήρθα στα ίσια μου...

Υστερόβουλα κόλπα
Είναι ανυπόφορα παράλογο να εγκαλείται από τους εκπροσώπους του κράτους η ιδιωτική πρωτοβουλία, διότι δεν προλαμβάνει να προσαρμόζει τις αντιδράσεις της στα υπουργικά bypass σε ένα επιλήψιμο, αναξιόπιστο και βαριάς δομής γραφειοκρατικό σύστημα και σε όλα εν γένει τα νεοφιλελεύθερα κυβερνητικά πασαλείμματα, όντας αλαλιασμένη από τις συγκλονιστικές συνέπειες της αποχώρησης του κράτους όχι από την αγορά (στο όνομα της απελευθέρωσής της), αλλά από την προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας κατ’ απαίτηση της διεθνούς των τοκογλύφων.

Το νόστιμο είναι ότι οι εκπρόσωποι του κράτους, υπολογίζοντας στις ιδεολογικές συνάφειες υποβάθρου του μεταρρυθμιστικού τους έργου με τις αντιλήψεις και τα αιτήματα των επιχειρηματιών, το κομίζουν αυτό ως αντάλλαγμα για την υπονόμευση της αρτιότητας του επιχειρηματικού κόσμου, με τη φιλοδοξία κιόλας να τον αποστομώσουν ιδεολογικά, να τον αιφνιδιάσουν καταλογίζοντάς του βραδύτητα αντανακλαστικών και εμμονή σε προστατευτικούς αρχαϊσμούς! Θέλουν να ξεχνούν ότι κι ο τελευταίος λογιστής του επιχειρηματία μετράει κέρδη και ζημιές.

Και για μεν τα πρώτα, όσο παράγονταν, δεν ήταν δα ανυπέρβλητο εμπόδιο ο δαίμων του κρατισμού και της γραφειοκρατίας παρά τις διαμαρτυρίες, για δε τις δεύτερες, ενόσω παγιωμένη η ύφεση κατέστησε την οικονομία «πολεμική», οι φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις αποδεικνύονται δώρο υπέρ «αρίστων». Διότι οικονομική κρίση σημαίνει αχαλίνωτη διεύρυνση των ανισοτήτων στην πρόσβαση στις «ευκαιρίες» και βίαιη αναδιανομή του πλούτου, μέσω της καταστροφής ενός μέρους των επιχειρήσεων.

Είναι, εντέλει, πολύ σικέ να δίνονται μαθήματα φιλελεύθερης αγωγής στο επιχειρηματικό κοινό του συγκεκριμένου κλάδου, που όχι μόνο ωφελήθηκε τα ελάσσονα από τα ελέη του κομματικού κράτους δεκαετίες τώρα, συγκριτικά τουλάχιστον με άλλους κλάδους, αλλά υποχρεωνόταν ανέκαθεν να αυτοσχεδιάζει ρυθμίζοντας άτυπα τις σχέσεις του, ώστε να παρακάμπτει πότε τις γραφειοκρατικές ανεδαφικότητες και πότε τις εκάστοτε κυβερνητικές υστεροβουλίες, που σημάδεψαν ανεξίτηλα τα αντανακλαστικά του με καχυποψία απέναντι στις προθέσεις του κράτους. Ασφαλώς, δεν πρόκειται για σινάφι αγγέλων.

Και φαντάστηκα τότε συνοφρυωμένα κάποια από τα πρόσωπα των μάνατζερ, που συνάντησα στα διαλείμματα του συνεδρίου μας, μεταξύ ενός πλήθους παραγόντων εκατοντάδων ελλαδικών μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων, που συναλλάσσονται με την αγορά και τις τράπεζες της μεγαλονήσου...

Όμως, απ’ αυτούς, φευ, «ορισμένοι θεωρούν τη σημερινή δύσκολη περίσταση αμιγώς ως πρόβλημα μείωσης πωλήσεων και κερδών, με τον κρυφό πόθο κάποια στιγμή τα πράγματα να επανέλθουν στην προ της κρίσεως κατάσταση, της γενικευμένης ευωχίας και της μεγέθυνσης της οικονομίας με δανεικά...», είπε επί λέξει στους συνέδρους ο υφυπουργός ΥΠΑΑΝ-ΜΥΔ, κ. Θανάσης Σκορδάς.

Ω, τι αμαρτωλός ατομισμός, τι ιδιοτέλεια θεέ μου, σκέφτηκα, και ντράπηκα για λογαριασμό τους, που δεν μετέχουν στην χορεία όσων «αντιμετωπίζουμε την κρίση ως ευκαιρία για μια δομική αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, που είναι ανάγκη να βασιστεί στην παραγωγή πλούτου, με σκοπό την ανάπτυξη της οικονομίας από την πλευρά της προσφοράς...», συνέχισε ο κ. υφυπουργός.

Αλλά και να διετίθεντο οι άνθρωποι να μετέχουν του οράματος μιας ανακάμπτουσας, καινοτόμου και εν γένει εξωστρεφούς οικονομίας της προσφοράς, ειδικά τώρα που το άθλιο κομματικό κράτος μεταμελείται για το πελατειακό παρελθόν του, που μεταρρυθμίζεται ασμένως και αποποινικοποιεί την επιχειρηματικότητα, προκάνουν; Διότι, εφόσον η ζήτηση –το άλλοτε χρυσό γουρουνάκι της ευωχίας στο κοπάδι των PIGS– σπαρταράει στο προτεσταντικό σφαγείο του γερμανοκεντρικού οικονομικού σχεδιασμού (ή μήπως δεν πρόκειται περί αυτού;), η προσφορά υποφέρει από αναιμία πωλήσεων, από νευρική ανορεξία επενδύσεων και από αιμορραγική χρηματοπενία... Έτσι, λοιπόν, θυμήθηκα το παντεσπάνι της Αντουανέτας... 

Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε
Το ακροατήριο του συνεδρίου παρέμεινε αδρανές στην επίμονη ερώτηση του Γενικού Γραμματέα Εμπορίου, κ. Στέφανου Κομνηνού, «πόσοι από σας καταργήσατε τον τιμοκατάλογο χονδρικής, αφότου το κράτος κατήργησε τη σχετική του απαίτηση;». Τους την απηύθυνε μυκτηρίζοντας τα καθυστερημένα αντανακλαστικά τους, αντιστρόφως ανάλογα προς τον μεταρρυθμιστικό οίστρο του ΥΠΑΑΝ-ΜΥΔ να φιλελευθεροποιεί την αγορά, ενόσω τούτη αποσαθρώνεται από την ύφεση, που ούτε η Κομισιόν το προλαβαίνει πια –τέτοια φόρα!

Φυσικά, δεν ήταν περίεργο που δεν τους ρώτησε ο κ. Γενικός σε πόσους έκοψαν την πίστωση οι προμηθευτές πρώτων υλών, πόσοι αδυνατούν να ικανοποιήσουν τις παραγγελίες τους λόγω καθυστερήσεων πληρωμών και χρηματοπιστωτικού φαλιμέντου ή πόσοι καθυστερούν τις πληρωμές τους σε συνεργάτες και προσωπικό για τον ίδιο λόγο, σε πόσους χρωστάει επιστροφές φόρου το κράτος, σε πόσους χρωστούν οι πελάτες τους κλπ. Το ακατανόητο, ωστόσο, παραμένει ότι δεν σηκώθηκε κανείς να του «αντιγυρίσει» την πρόκληση...

«Η αγορά δεν είναι αλληλέγγυα», «ο ανταγωνισμός είναι ανελέητος», άστραψαν και βρόντησαν οι δύο Γενικοί Γραμματείς, ο κ. Κομνηνός κι ο επί του Καταναλωτή (νυν επί της Βιομηχανίας), κ. Γιώργος Στεργίου. «Από πότε το λιανεμπόριο ασκεί κοινωνική πολιτική;», ρώτησε περιπαικτικά ο πρώτος τούς λιανοπωλητές, που πωλούν σε τσιμπημένες τιμές κάποια προϊόντα ένεκα αλληλεγγύης (κατά πως του εξομολογήθηκαν ιδιωτικώς) στους παραγωγούς αυτών των προϊόντων, επειδή λόγω κρίσης διάγουν επισφαλή επιχειρηματικό βίο... Κανένα έλεος για τις επιχειρήσεις-θύματα της κρίσης! Τώρα η φτώχεια κι η έκπτωση δικαιωμάτων του «βασιλιά»-καταναλωτή είναι το τέλειο εργαλείο για την «εξυγίανση», για τον «εξορθολογισμό» της αγοράς!

Όσο περισσότερο τον χαντακώνει αυτόν η κρατική πολιτική, τόσο «δικαιότερα» αποφασίζει κατά της «ασθενούς» επιχειρηματικότητας, την υγεία της οποίας υποσκάπτουν ακριβώς η ύφεση κι η έλλειψη ρευστότητας. Τι ποιο απλό; Αφήστε τα θύματα-«βασιλείς» της αγοράς να γίνουν οι θύτες των επιχειρήσεων που «περισσεύουν», που «παρασιτούν»! Να πώς γίνεται το value for money «παρασιτοκτόνο» στα χέρια όσων έχουν ανόθευτη ωφελιμιστική ψυχή και προπάντων την αριστεία ισχύος να τους ράβει η οικονομική κρίση τα κουστούμια των «ευκαιριών» στα μέτρα τους!     

Περί της «ικανοποίησης του αιτήματος ελευθερίας της αγοράς να αποφασίζει, με το όποιο κόστος» αγόρευσε ο κ. Στεργίου, καταγγέλλοντας με ακεραιόφρονα φιλελεύθερο οίστρο το αντιανταγωνιστικό πνεύμα «όσων βολεύτηκαν δεκαετίες ολόκληρες στην προστατευτική αγκαλιά του «κράτους-πατερούλη», του τελευταίου σοβιετικού κράτους στην Ευρώπη!».

Ήμαρτον θεέ μου, είπα, θα τρίζουν τα κόκαλα του Κωνσταντίνου Καραμανλή –αλησμόνητες οι μομφές εναντίον του περί «σοσιαλμανίας», έτσι; Αλλά θυμήθηκα και τη γνήσια σοβιετική πυγμή του Τσαουσέσκου, που νομοθετούσε την κατανάλωση κρέατος με το γραμμάριο ανά κάτοικο και τη διακοπή της κεντρικής θέρμανσης χειμώνα καιρό, για να ξοφληθούν οι διεθνείς δανειστές της Ρουμανίας στη δεκαετία του ‘80, σε αντιστοιχία προς τα άγρια φορομπηχτικά ήθη του σύγχρονου ελληνικού κράτους, που τελεί υπό τον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό της τρόικας και των Γερμανών, οπότε ήρθα στα ίσια μου...

Υστερόβουλα κόλπα
Είναι ανυπόφορα παράλογο να εγκαλείται από τους εκπροσώπους του κράτους η ιδιωτική πρωτοβουλία, διότι δεν προλαμβάνει να προσαρμόζει τις αντιδράσεις της στα υπουργικά bypass σε ένα επιλήψιμο, αναξιόπιστο και βαριάς δομής γραφειοκρατικό σύστημα και σε όλα εν γένει τα νεοφιλελεύθερα κυβερνητικά πασαλείμματα, όντας αλαλιασμένη από τις συγκλονιστικές συνέπειες της αποχώρησης του κράτους όχι από την αγορά (στο όνομα της απελευθέρωσής της), αλλά από την προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας κατ’ απαίτηση της διεθνούς των τοκογλύφων.

Το νόστιμο είναι ότι οι εκπρόσωποι του κράτους, υπολογίζοντας στις ιδεολογικές συνάφειες υποβάθρου του μεταρρυθμιστικού τους έργου με τις αντιλήψεις και τα αιτήματα των επιχειρηματιών, το κομίζουν αυτό ως αντάλλαγμα για την υπονόμευση της αρτιότητας του επιχειρηματικού κόσμου, με τη φιλοδοξία κιόλας να τον αποστομώσουν ιδεολογικά, να τον αιφνιδιάσουν καταλογίζοντάς του βραδύτητα αντανακλαστικών και εμμονή σε προστατευτικούς αρχαϊσμούς! Θέλουν να ξεχνούν ότι κι ο τελευταίος λογιστής του επιχειρηματία μετράει κέρδη και ζημιές.

Και για μεν τα πρώτα, όσο παράγονταν, δεν ήταν δα ανυπέρβλητο εμπόδιο ο δαίμων του κρατισμού και της γραφειοκρατίας παρά τις διαμαρτυρίες, για δε τις δεύτερες, ενόσω παγιωμένη η ύφεση κατέστησε την οικονομία «πολεμική», οι φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις αποδεικνύονται δώρο υπέρ «αρίστων». Διότι οικονομική κρίση σημαίνει αχαλίνωτη διεύρυνση των ανισοτήτων στην πρόσβαση στις «ευκαιρίες» και βίαιη αναδιανομή του πλούτου, μέσω της καταστροφής ενός μέρους των επιχειρήσεων.

Είναι, εντέλει, πολύ σικέ να δίνονται μαθήματα φιλελεύθερης αγωγής στο επιχειρηματικό κοινό του συγκεκριμένου κλάδου, που όχι μόνο ωφελήθηκε τα ελάσσονα από τα ελέη του κομματικού κράτους δεκαετίες τώρα, συγκριτικά τουλάχιστον με άλλους κλάδους, αλλά υποχρεωνόταν ανέκαθεν να αυτοσχεδιάζει ρυθμίζοντας άτυπα τις σχέσεις του, ώστε να παρακάμπτει πότε τις γραφειοκρατικές ανεδαφικότητες και πότε τις εκάστοτε κυβερνητικές υστεροβουλίες, που σημάδεψαν ανεξίτηλα τα αντανακλαστικά του με καχυποψία απέναντι στις προθέσεις του κράτους. Ασφαλώς, δεν πρόκειται για σινάφι αγγέλων.


Όμως, πρόκειται για έναν κλάδο που επιβλήθηκε αποκλεισμένος –εκτός εξαιρέσεων– από το κεντρικό αλισβερίσι της διαπλοκής και ως φυσική συνέπεια της αργοπορημένης στην Ελλάδα κοινωνίας της ευημερίας. Και επειδή τούτη την τελευταία το κομματικό πελατειακό κράτος την ύφανε πάνω σ’ έναν συνδυασμό χρόνιου ελλείμματος στα φορολογικά του έσοδα και χρόνιας ανατροφοδότησης του ελλείμματος των τρεχουσών συναλλαγών του, ανέκαθεν διέκρινε στη μεγέθυνση αυτού του κλάδου ένα ενοχλητικό για την οικονομική του πολιτική πλην αναπότρεπτο σύμπτωμα των κατά συνθήκην ψευδών του δημιουργήματος της «ισχυρής Ελλάδας».

Στις ημέρες μας, εποχή χρεοκοπίας του πολιτικού συστήματος και της οικονομικής του διαχείρισης, ενόσω το κράτος τελεί χωρίς προσχήματα στην υπηρεσία των δανειστών, καταστρέφοντας τη ζήτηση και βυθίζοντας την κοινωνία στην απόγνωση, τάχα «εμπιστεύεται» τα ηνία της (ποιάς;) οικονομικής ανάκαμψης και ανάπτυξης στην «υγιή επιχειρηματικότητα», κρατώντας για τον εαυτό του τη θέση του εξαγνισμένου, του μη παρεμβατικού κριτή των εγχειρημάτων της και του αμερόληπτου τιμωρού των αταξιών της.

Της δείχνει το πεδίο για να προασπίσει όσα αυτό εγκατέλειψε, κουνώντας της το δάκτυλο γιατί δεν κατανοεί επαρκώς την «αποποινικοποιημένη» αποστολή της και τη σουμπετεριανή αυθεντία της. Την κολακεύει έτσι και, ταυτόχρονα, την παραδίδει χωρίς ερείσματα παραγωγής νέου πλούτου σε έναν άνευ προηγουμένου ανταγωνισμό αλληλοεξόντωσης. Την αφήνει να εκτίθεται σε αντιφάσεις και υπερβολές, είτε για να ξεγλιστρά από τις τερατώδεις ευθύνες του είτε για να την κατακεραυνώνει, εγκαλώντας την για αυθάδεια και υπεροψία ενώπιον της κοινωνίας...

Μη διαχειρίσιμη κρίση
Από δευτερογενείς πηγές τεκμαίρεται ότι τα ποσοστά της ανεργίας στη χώρα μετά το τέλος του Εμφυλίου ανέρχονταν περίπου στα σημερινά επίπεδα. Τη «λύση» τότε την ανέλαβαν η μαζική έξοδος περίπου του ενός τρίτου του εργατικού δυναμικού της χώρας προς αναζήτηση (ανειδίκευτης) εργασίας στις ανασυγκροτούμενες δυτικές οικονομίες και τα «μεταναστευτικά εμβάσματά» του (κατά τα λοιπά τη συμπλήρωσε το αμόκ της αστικοποίησης, δηλαδή η οικοδομή). Ήταν η εποχή που το 42% των νεογέννητων Ελληνόπουλων έβλεπαν το φως της ζωής μακριά από την πατρίδα των γονιών τους και που η μετανάστευση αποκαλείτο ανενδοίαστα «ευλογία».

Σήμερα, ποιος θα δώσει τη «λύση», ενόσω η ανεργία εξακολουθεί να διογκώνεται σε μια ελληνική οικονομία ήδη κατεστραμμένη και σε μια Ευρώπη που μαστίζεται από την ύφεση; Με τη μεταπολίτευση, η κοινωνία της ευημερίας χτίστηκε πάνω όχι στη φορολόγηση γενικά των εισοδημάτων, αλλά στη δομή και τις κρατήσεις του μισθωτού εισοδήματος, δημόσιου και ιδιωτικού. Αυτά στήριξαν τα ασφαλιστικά ταμεία, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τα επιδόματα ανεργίας, τη (μακαρίτισσα) εργατική κατοικία και, φυσικά, την κατανάλωση των μεσαίων στρωμάτων, που «γέννησε» τα σούπερ μάρκετ...

Σήμερα που το μισθωτό εισόδημα εξευτελίστηκε, μη αρκούμενο για το πιάτο της ημέρας και τα χαράτσια, έχοντας να θρέψει και το 60% του άεργου νεανικού πληθυσμού της χώρας, ποιος θα συντηρήσει τη σύνταξη, την υγεία, την κατοικία, τις αγορές των προϊόντων και τα εκτεταμένα δίκτυα λιανικής κάθε είδους;
Ας μη γελιέται κανείς. Η καταστροφή της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας δεν είναι διαχειρίσιμη. Δεν υπάρχει σχετικά καν προηγούμενο!

Είναι στ’ αλήθεια διπλά κωμικοτραγικό να καταγγέλλονται από τους εκπροσώπους του κράτους τα επιχειρηματικά στελέχη, που αμάρτησαν εν κρυπτώ συνδιαλεγόμενα με τους τροϊκανούς, προκειμένου να πέσουν οι μισθοί στα δυόμισι κατοστάρικα για να προσλάβουν κόσμο (το κατήγγειλε αυτό ο κ. Κομνηνός προς συνέδρους, περίπου σαν να τους έκανε χάρη που δεν είπε ονόματα...).

Αφενός γιατί ήδη η κρατική πολιτική συναίνεσε παντί τρόπω στην κατεδάφιση του μισθού, που ήταν η βάση του κοινωνικού κράτους, κι αφετέρου γιατί οι υπόλογοι του ατοπήματος να υπερφαλαγγίσουν τον κρατικό ολετήρα των δικαιωμάτων της εργασίας προς άγραν ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος αποδεικνύονται επί βλακεία αυτοκτόνοι, εφόσον η συμμετοχή του εργατικού κόστους στην παραγωγή τους είναι ελάχιστη, αντιστρόφως ανάλογα προς τις προσδοκίες τους από τη ζήτηση των προϊόντων τους, η οποία, με μισθούς της πείνας, θα τους στέλνει... value for money-χαιρετίσματα!

Αντιστοίχως είναι θλιβερή η αιδήμων σιωπή των εκπροσώπων του κράτους, όταν ακούν εκπροσώπους επιχειρήσεων εντάσεως εργασίας, όπως τα σούπερ μάρκετ, να λένε ότι θέλοντας και μη επωμίζονται ...ιδιωτικώς τον ρόλο «διορθωτή» της κοινωνικής αδικίας, ανακατανέμοντας τα μισθωτά εισοδήματα των υπαλλήλων τους, με γνώμονα τον ελάχιστο μισθό του νεοεισερχόμενου υπαλλήλου, όπως τον ρύθμισε η κατά τα άλλα «μη παρεμβαίνουσα στην αγορά» κρατική πολιτική, εκλαμβάνοντας τους μισθούς των παλαιών τους υπαλλήλων ως... στρέβλωση!

Εκείνο, όμως, που δεν τολμούν να ομολογήσουν οι εκπρόσωποι του κράτους καν εις εαυτούς είναι το τι επιφύλαξε ιστορικά η κρατική πολιτική στην ιδιωτική πρωτοβουλία, όταν η χρόνια κοινωνική κρίση έφτασε στο απροχώρητο, προκειμένου να αποφευχθεί η ανεξέλεγκτη έκρηξη κι η διάλυση: Τη διατίμηση! Απέχουμε, αλήθεια; Πόσο; Σωπάτε, στην ώρα του κι αυτό θα μας το πει ο Σόιμπλε...

σελφ σερβις (T. 427)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION