σελφ σερβις - Περί ανασυγκρότησης του παραγωγικού συστήματος της χώρας

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οικονομία

Περί ανασυγκρότησης του παραγωγικού συστήματος της χώρας

17 Σεπτεμβρίου 2019 | 09:34 Γράφει ο Αλέξανδρος  Πεστιμαλτζόγλου Topics: Αγορά

Είναι κοινός τόπος πως η αξιόπιστη προσέγγιση των προβλημάτων μιας οικονομίας για την επιλογή των καταλληλότερων επιλύσεών τους, επιβάλλει την προσεκτική μελέτη των χρόνιων ανισορροπιών και των δυνατοτήτων της σε βάθος εικοσιπενταετίας. Στην ελληνική περίπτωση κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη «χρυσή» δεκαετία του 1990, οπότε άρχισε η διαδικασία της αναδιάρθρωσης και του εκσυγχρονισμού του μεταπολιτευτικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού μας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ελλιπής ανταγωνιστικότητά του –ως «ανταγωνιστική» εννοείται η οικονομία, που παρουσιάζει ανάπτυξη με συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας.

H εν λόγω διαδικασία αφορούσε την εκκαθάριση ανεπαρκώς αξιοποιούμενων κεφαλαίων, τις τεχνολογικές και οργανωτικές καινοτομίες στην οργάνωση της παραγωγής, την τροποποίηση των όρων διαπραγμάτευσης των συμβολαίων εργασίας στην κατεύθυνση της μεγαλύτερης ελαστικότητας και την απόδοση ποικίλων λειτουργιών του κράτους σε ιδιώτες. Ειδικότερα η βασική προϋπόθεση της επιτυχίας του εκσυγχρονισμού της οικονομίας ήταν η αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του παγίου κεφαλαίου με επενδύσεις τεχνολογικού παραγωγικού εξοπλισμού, συνδυασμένη με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, ή, αλλιώς, η οργάνωση της παραγωγής κατά τρόπο που θα επέτρεπε ευελιξίες, ώστε να αποφεύγονται οι καθυστερήσεις, οι ακαμψίες κι οι νεκροί χρόνοι στην παραγωγική διαδικασία και θα εξασφαλιζόταν η πολυλειτουργικότητα των εργαζομένων κι η αναβάθμιση των τεχνικών δεξιοτήτων τους. Οι κλάδοι που επιλέχθηκαν την εν λόγω δεκαετία ήταν οι κατασκευές, οι μεταφορές, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, το τραπεζικό σύστημα, τα ΜΜΕ και φυσικά οι τομείς της πληροφορικής.

Το σχετικό εγχείρημα εκσυγχρονισμού και δημιουργίας ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης συνόδευε τότε τις εκτιμήσεις των οικονομικών ταγών για την προβληματική οικονομική κατάσταση της χώρας. Σύμφωνα με έγκριτους αναλυτές, η περίοδος 1995-2007 ήταν μεν περίοδος ευφορίας, αλλά οδήγησε στις ανισορροπίες της οικονομίας και τελικά στην κρίση του 2009. Συγκεκριμένα, κατά την αντίληψή τους η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επλήγη ανεπανόρθωτα από τις υπερδιογκωμένες δαπάνες του δημοσίου, το διογκωμένο μισθολογικό κόστος, την αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, το υψηλότατο επίπεδο ιδιωτικής κατανάλωσης συνεπεία της πιστωτικής επέκτασης και την αδυναμία του κράτους να εισπράττει τους φορολογικούς πόρους. Αυτά είχαν αποτέλεσμα την ενίσχυση των ανισορροπιών τόσο στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (10,2% του ΑΕΠ το 2009) όσο και στο δημοσιονομικό έλλειμμα (15,2% του ΑΕΠ το 2009), οδηγώντας στην εκτίναξη του δημόσιου χρέους στο 127% του ΑΕΠ. Όταν το 2008 εκδηλώθηκε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η ελληνική οικονομία βρέθηκε πολλαπλώς εκτεθειμένη στις ποικίλες επιπτώσεις της. Αναλυτικότερα, πρώτα η αποχώρηση μεγάλων επενδύσεων από το ΧΑΑ επέφερε την πτώση του, μετά κλονίστηκε η ελληνική επενδυτική επέκταση στα βαλκάνια, άρχισαν να επηρεάζονται οι ελληνικές εξαγωγές, ο τουρισμός, η ναυτιλία κ.λπ. Για την αποφυγή της χρεοκοπίας, λόγω των απαγορευτικών υψηλών επιτοκίων δανεισμού, η χώρα προσέφυγε στον μηχανισμό στήριξης της ΕΕ, στην ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Ακολούθησαν τα τρία μνημόνια, το περιεχόμενο των οποίων έπιασε το νήμα του εκσυγχρονισμού της δεκαετίας του ’90. Έτσι οι ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας, που οδήγησαν στην κρίση, προτάχθηκε να αντιμετωπιστούν με μέτρα σκληρής λιτότητας, αύξηση των φορολογικών εσόδων και μείωση των δημόσιων δαπανών, ιδιωτικοποίηση των πάντων και προώθηση μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και προϊόντων, με κύριο σκοπούμενο την ανεμπόδιστη δράση της μη προβληματικής επιχειρηματικότητας και τη μαζική εκκαθάριση των μη επαρκώς αξιοποιούμενων κεφαλαίων.

Ο χάρτης της ανάπτυξης
Μετά την έξοδο από τα μνημόνια και τη στενή και αυστηρή επιτήρηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ελληνική οικονομία καλείται, μαζί με την αντιμετώπιση ενός δυσθεώρητου πλην (υποτίθεται) βιώσιμου δημόσιου χρέους, να προωθήσει μια αποτελεσματική αναπτυξιακή στρατηγική. Η εν λόγω στρατηγική κατά τους επίδοξους διαχειριστές της αποβλέπει στην επανεργοποίηση ή ανασυγκρότηση του παραγωγικού συστήματος της χώρας, με αυξημένη ανταγωνιστικότητα και εξαγωγικό προσανατολισμό, χωρίς ιδεοληψίες και εργαλειακές προσεγγίσεις. Στο μεταξύ, η ΕΕ ξεκινά προσπάθειες ανάταξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, με άξονα τις νέες τεχνολογίες (βιομηχανικά ρομπότ, τρισδιάστατες εκτυπώσεις, βιομηχανική βιοτεχνολογία κ.λπ.). Ωστόσο, ενώ καν δεν γίνεται λόγος περί άμβλυνσης των ανισοτήτων μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ, η Ελλάδα δεν φαίνεται ικανή να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, αφού οι ελληνικές εξαγωγές προϊόντων υψηλής τεχνολογίας είναι χαμηλές, οι επενδύσεις στην έρευνα μηδαμινές και η εμπλοκή της ελληνικής κοινωνίας με τις νέες τεχνολογίες πολύ αργή.

Πάραυτα και σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη οι σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που προδικάζεται ότι θα αναγεννήσουν την ελληνική οικονομία, αφορούν το δημόσιο τομέα και την ηλεκτρονική διακυβέρνηση –με την έμφαση να δίνεται σε δημόσια διοίκηση, φορολογική πολιτική και δικαστικό σύστημα–, τις αγορές προϊόντων και κεφαλαίου, με εξειδίκευση στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, τους παραγωγικούς κλάδους μείζονος συγκριτικού πλεονεκτήματος και τέλος τους ανθρώπινους πόρους και την κοινωνική προστασία –με έμφαση στην αγορά εργασίας, την κοινωνική προστασία, την εκπαίδευση, την έρευνα, την καινοτομία και την υγεία. Η αποκωδικοποίηση των εν λόγω μεταρρυθμίσεων δηλοί μια επείγουσα ανάγκη για γρήγορες «αντιγραφειοκρατικές» επενδύσεις και ιδιωτικοποιήσεις, με προτεραιότητα στον τουρισμό και δευτερευόντως στον πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση, την ενέργεια, τις μεταφορές, το λιανικό και χονδρικό εμπόριο, την πληροφορική κοκ. Επιπλέον αναδεικνύεται η ανάγκη επιτάχυνσης των θεσμικών αλλαγών στην αγορά εργασίας (π.χ. 7/24, ελαστικότητες κ.ά.), η δημιουργία ενός βιώσιμου ασφαλιστικού «κεφαλαιοποιητικού» μοντέλου με ανταποδοτικό χαρακτήρα, η συνέχιση των πολιτικών λιτότητας σε μισθούς και τομείς της κοινωνικής αναπαραγωγής και η προώθηση πολιτικών αντιμετώπισης της ανεργίας, όπως οι οκτάμηνες συμβάσεις, οι τρίωρες σχέσεις εργασίας κ.ά.

Συμπερασματικά, ο νέος χάρτης εξόδου της οικονομίας από το τέλμα στηρίζεται στη λογική των μεταρρυθμίσεων και των αναδιαρθρώσεων της δεκαετίας του ΄90, καθώς και στην αξιοποίηση των σχετικών εμπειριών και των θεσμικών κεκτημένων της περιόδου της κρίσης.

Ο αντίλογος
Πάντως, από πολλές πλευρές ακούγεται γκρίνια για το περιγραφόμενο ενιαίο μίγμα πολιτικής και κυρίως για την επιλογή του ως οδηγού για την έξοδο από την κρίση. Και ενώ όλοι συμφωνούν πως το πρόβλημα είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας των παραγωγικών τομέων της ελληνικής οικονομίας, πολλοί αμφισβητούν αφενός τις αιτίες εκδήλωσής της και αφετέρου τις πρακτικές αντιστροφής της. Αναφορικά με τις αιτίες, όπως εν τάχει τις καταγράψαμε, οι «γκρινιάρηδες» διατείνονται ότι δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένες και πειστικές. Ειδικότερα, λένε, ο «υπερδιογκωμένος» ελληνικός δημόσιος τομέας μεταξύ 1995 και 2009 επιβάρυνε τις δημόσιες δαπάνες όσο και στις άλλες χώρες της ΕΕ, αφού ο μέσος όρος των δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν 47,6 για την ΕΕ15 και 47,9 για την Ελλάδα. Επιπλέον, λένε, οι κοινωνικές δαπάνες την εν λόγω περίοδο ήταν για μεν την Ελλάδα 26% για δε την ΕΕ 27,5% του ΑΕΠ. Ακολούθως, την περίοδο 1995-2009 η αύξηση του κόστους εργασίας ήταν μεν της τάξης του 30%, αλλά μεταξύ 1995 και 2004 η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε επίσης κατά 30%. Σχετικά με το επίπεδο ιδιωτικής κατανάλωσης, λένε, ιδιαίτερα την περίοδο 2002-2009 όντως κινήθηκε σε υψηλά επίπεδα (78% του ΑΕΠ στην Ελλάδα έναντι 58% στην ΕΕ), αλλά με βάση τη δομή της κατανάλωσης το φτωχότερο 25% του πληθυσμού των νοικοκυριών δαπανούσαν για τα απαραίτητα (τρόφιμα-ένδυση, στέγαση, υγεία, επικοινωνίες, μεταφορές) το 87,8% των δαπανών τους, το επόμενο 25% των νοικοκυριών δαπανούσαν αντίστοιχα το 79,8%, το επόμενο 25% δαπανούσαν το 75,5% και το πλουσιότερο 25% των νοικοκυριών δαπανούσαν το 68,5% των συνολικών τους δαπανών για τα απαραίτητα. Αν μη τι άλλο φαίνεται, λένε οι «γκρινιάρηδες», πως την περίοδο αυτή τα νοικοκυριά, όχι μόνο τα φτωχότερα, προσπαθούσαν να ανταποκριθούν σε ένα κόστος ζωής υψηλότερο από παλιότερα… Αναφορικά δε με τις υιοθετούμενες πρακτικές αποτελμάτωσης επισημαίνουν πως η κυρίαρχη αντίληψη υποτιμά την κοινωνική σημασία καίριων πλευρών της αναπτυξιακής στρατηγικής, που συνδέονται με τις μέριμνες για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών και την εκπροσώπηση όλων των κοινωνικών στρωμάτων στη λήψη των συλλογικών αποφάσεων, με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνοχής και, τέλος, με την ανάγκη για πολιτική συνεννόηση.

σελφ σερβις (T. 496)
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION