σελφ σερβις - Ο τζίρος πέφτει, η επέκταση των δικτύων συνεχίζεται

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Ο τζίρος πέφτει, η επέκταση των δικτύων συνεχίζεται

8 Σεπτεμβρίου 2020 | 09:26 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Αγορά

Συχνά τη συζήτηση για διάφορα κλαδικά ζητήματα τη στοιχειώνουν όροι με θετικιστικό κύρος, όπως αυτός της «απόδοσης του λιανεμπορικού χώρου ανά τετραγωνικό μέτρο», όροι παγιωμένοι στην επιχειρηματική συνείδηση με υπερβατική αίγλη, τόσο ώστε τους αναγνωρίζεται κανονιστικό περιεχόμενο για παν μέτρο στάθμισης του αντικειμένου που περιγράφουν ή στο οποίο αναφέρονται. Όμως, η οικονομική κρίση, εκβιάζοντας το νου να σκέφτεται και να ενεργεί έξω από νόρμες, δείχνει ότι ο σκοπός της ανταγωνιστικής επικράτησης αγιάζει τα μέσα, βεβηλώνοντας τους κανόνες.

Ο γράφων θυμάται από τη δεκαετία του ’90 πολλά κεντρικά στελέχη του κλάδου να αυτομαστιγώνονται στον δημόσιο διάλογο, για την υστέρηση του εγχώριου επιχειρείν στην παραμετροποίηση και τον προϋπολογισμό της απόδοσης τζίρου και κερδών του εμπορικού χώρου ανά τ.μ., κοιτώντας με δέος τη σχετική επιτηδειότητα των (νεοεισερχόμενων τότε) πολυεθνικών ανταγωνιστών τους. Όχι πως είχαν άδικο, αλλά πάνω στον ομολογημένο εμπειρισμό τους, το δέος και την ανασφάλειά τους έναντι των τεχνοκρατών εξ εσπερίας πλούτισαν πλείστα όσα μαγαζιά ειδικών συμβούλων, προγραμματιστών, προμηθευτών software κλπ.

Στο μεταξύ, ευάριθμο πλήθος νέων επιστημονικά καταρτισμένων τεχνοκρατών ανέπτυξαν κινητικότητα μεταξύ πολυεθνικών κι εγχώριων επιχειρήσεων, από τη βιομηχανία στη οργανωμένη λιανική κι αντίστροφα, ενόσω και η ψηφιακή τεχνολογία εκδημοκράτισε παγκοσμίως τη χρήση των εργαλείων της, έτσι ώστε η εγχώρια επιχειρηματική συνείδηση τουλάχιστον υπερέβη πια το μεταφυσικό φόβο της περί «χάσματος» μεταξύ ημών και προηγμένων ξένων. Όμως, η πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης είναι αυτή που διαλύει οριστικά την υπερβατική ομίχλη διαφόρων όρων και σημασιών, που «ψαρώνουν» τους πιο αδύναμους. Γιατί η δική της όψη είναι πολύ πιο αποτρόπαιη από το δέος μπροστά στο κύρος της αυθεντίας ή, αλλιώς, οι κανόνες εξαίρεσης που επινοεί, το αχρηστεύουν στην πράξη…

Οι αιρετικοί κανόνες του στριμωγμένου «παίχτη»
Στο αφιερωματικό τεύχος 500 του σελφ σέρβις τον προηγούμενο Δεκέμβριο, με τη συνδρομή της IRI, δείξαμε ότι μεταξύ 2010 και 2018, ενώ ο κλαδικός τζίρος κάμφθηκε κατά 13,5% (από 8,596 δισ. ευρώ σε 7,432 δισ. ευρώ) εξαιτίας της «εσωτερικής υποτίμησης» και της μονιμοποιημένης ύφεσης που εισήγαγαν τα προγράμματα δημοσιονομικής σταθερότητας, όχι μόνο ο αριθμός των καταστημάτων του κλάδου ουσιαστικά έμεινε ο ίδιος συγκριτικά με τα προ της κρίσης δεδομένα (μειώθηκαν μόλις κατά 58 σε εννιά χρόνια, ενόσω επεκτάθηκε παντού το δίκτυο των Lidl, που δεν συμποσούνται στο δυναμικό των κλασικών αλυσίδων), αλλά αθροιστικά η επιφάνειά τους αυξήθηκε από 1,691 εκατ. τ.μ. σε 1,766 εκατ. τ.μ. (αύξηση 4,4%), με αποτέλεσμα τη μείωση της μέσης απόδοσης του κλάδου ανά τ.μ. Η ίδια τάση, λοιπόν, επιβεβαιώθηκε το 2019, οπότε ο αριθμός των τ.μ. στο σύνολο των καταστημάτων του κλάδου αυξήθηκε περαιτέρω στα 1,798 εκατ. τ.μ., σύμφωνα με την IRI, μολονότι η γλίσχρα ανάπτυξη τζίρου το 2019 δεν δικαιολογούσε κάτι τέτοιο –ούτε καν και η πιο αισιόδοξη προσδοκία για την ανάπτυξη της οικονομίας.

Όπως εξηγούσαμε τον Δεκέμβριο, «στην ανάλυσή της αυτή η συνθήκη χάνει την παραδοξότητά της, αν ληφθούν υπόψιν ότι, πρώτον, οι επτά μεγαλύτεροι επενδυτές στην επέκταση των δικτύων τους μεταξύ 2010 και 2018 εγκαινίασαν ως καινούργια εταιρικά καταστήματα κοντά στο ένα πέμπτο των υπαρχόντων εμπορικών μονάδων του κλάδου, δηλαδή σαν καταστήματα άνω των 400τμ (ως 1.500τμ), επειδή το λειτουργικό κόστος των μικρότερων είναι ασύμφορο. Και δεύτερον, ότι στα χέρια των έξι εξ αυτών βρίσκεται ανακαινισμένο και «ξεσκαρταρισμένο», μετά από εξαγορές, κοντά στο μισό του δυναμικού των καταστημάτων του κλάδου, επίσης άνω των 400τμ για τον ίδιο λόγο. Με άλλα λόγια, ό,τι «μικρό» ανάλωσε η κρίση, ο ανταγωνισμός το επανέφερε προσαυξημένο σε τ.μ. χώρου». Η τάση αυτή, λοιπόν, επιβεβαιώθηκε και το 2019, αλλά και φέτος, αν κρίνουμε από την πρόοδο, έστω μετ’ εμποδίων λόγω πανδημίας, των προγραμμάτων οργανικής ανάπτυξης των αλυσίδων.

Το ότι το ένστικτο της επιχειρηματικής επιβίωσης ωθεί ακατάπαυστα στην επέκταση, καθώς μόνο το νέο, το εξαγορασμένο και το ανακαινισμένο κατάστημα ισοφαρίζουν τη στασιμότητα ή χειρότερα την αρνητική ανάπτυξη σε συγκρίσιμη ετήσια βάση, είναι κοινός τόπος των επιχειρηματιών του κλάδου, είτε προσβλέπουν στην ηγεμονία είτε στην παγίωση της θέσης τους με όρους ασφάλειας είτε απλώς στην επιχειρηματική επιβίωση. Γι’ αυτό όλοι αποδύονται στην επέκταση, ακόμα και με εξόφθαλμη ασυμμετρία αποδόσεων ανά τ.μ. εμπορικού χώρου έναντι των ανταγωνιστών. Και διότι το «κλείσιμο» των προσβάσεων στην επέκταση του ανταγωνιστή, με κάθε θυσία, είναι κριτήριο, του οποίου η σπουδαιότητα ανατιμάται όσο υποδεέστερη είναι η θέση καθενός στον ανταγωνισμό του. Έτσι λοιπόν, ο καθένας προβάλει τη δική του προτεραιότητα στην επέκταση ως προνομιακή δυνατότητά του, ζητώντας πάντα να φροντίσουν κάποιοι «άλλοι» για τον «εξορθολογισμό του αριθμού των σούπερ μάρκετ στη αγορά μας», καθότι ουδείς διαφωνεί ότι το μεν λιτοδίαιτο καταναλωτικό πρότυπο, μετά από δέκα χρόνια προπαίδειας στη «λίστα» αγορών, δεν σηκώνει περισσότερα σούπερ μάρκετ, τα δε όρια της κλαδικής οργανικής ανάπτυξης, χωρικά και με όρους συγκράτησης του λειτουργικού κόστους, είναι ήδη ξεχειλωμένα.

Ωστόσο, την αρνητική ανάπτυξη των αλυσίδων σε συγκρίσιμη ετήσια βάση την «υπόσχονται» τώρα πια οι νέες οριζόντιες μειώσεις των εισοδημάτων της ευρείας πελατείας τους και η ψυχολογική καταπτόησή της, οι νέοι και παλιοί άνεργοι, η γεωμετρικά αυξανόμενη κατάρρευση των δημοσίων εσόδων, που προμηνύει τη λήψη οδυνηρών δημοσιονομικών μέτρων, οι κλειστές επιχειρήσεις μετά το lockdown κι όσες ετοιμάζονται για λουκέτο από το φθινόπωρο, η μισόκλειστη στρόφιγγα της χρημαοδότησης για όλη τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και η καταθλιπτική ψυχολογική κατάσταση του κόσμου της.

Κι ακόμα χειρότερα το «πουγκί» των προμηθευτών, που χορηγεί ποικιλοτρόπως τις ανταγωνιστικές φιλοδοξίες των αλυσίδων, είναι ήδη «ξετιναγμένο» από το lockdown, τόσο μάλιστα, ώστε πολλές από τις ελληνικές βιομηχανίες αντιμετωπίζουν άμεσα προβλήματα βιωσιμότητας, ενόσω οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας στην εγχώρια αγορά, αλλά και τις διεθνείς αγορές προορισμού των προϊόντων τους, είναι βέβαιες πλην άδηλο παραμένει ακόμα το μέγεθός τους.

Ο γράφων θυμάται από τη δεκαετία του ’90 πολλά κεντρικά στελέχη του κλάδου να αυτομαστιγώνονται στον δημόσιο διάλογο, για την υστέρηση του εγχώριου επιχειρείν στην παραμετροποίηση και τον προϋπολογισμό της απόδοσης τζίρου και κερδών του εμπορικού χώρου ανά τ.μ., κοιτώντας με δέος τη σχετική επιτηδειότητα των (νεοεισερχόμενων τότε) πολυεθνικών ανταγωνιστών τους. Όχι πως είχαν άδικο, αλλά πάνω στον ομολογημένο εμπειρισμό τους, το δέος και την ανασφάλειά τους έναντι των τεχνοκρατών εξ εσπερίας πλούτισαν πλείστα όσα μαγαζιά ειδικών συμβούλων, προγραμματιστών, προμηθευτών software κλπ.

Στο μεταξύ, ευάριθμο πλήθος νέων επιστημονικά καταρτισμένων τεχνοκρατών ανέπτυξαν κινητικότητα μεταξύ πολυεθνικών κι εγχώριων επιχειρήσεων, από τη βιομηχανία στη οργανωμένη λιανική κι αντίστροφα, ενόσω και η ψηφιακή τεχνολογία εκδημοκράτισε παγκοσμίως τη χρήση των εργαλείων της, έτσι ώστε η εγχώρια επιχειρηματική συνείδηση τουλάχιστον υπερέβη πια το μεταφυσικό φόβο της περί «χάσματος» μεταξύ ημών και προηγμένων ξένων. Όμως, η πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης είναι αυτή που διαλύει οριστικά την υπερβατική ομίχλη διαφόρων όρων και σημασιών, που «ψαρώνουν» τους πιο αδύναμους. Γιατί η δική της όψη είναι πολύ πιο αποτρόπαιη από το δέος μπροστά στο κύρος της αυθεντίας ή, αλλιώς, οι κανόνες εξαίρεσης που επινοεί, το αχρηστεύουν στην πράξη…

Οι αιρετικοί κανόνες του στριμωγμένου «παίχτη»
Στο αφιερωματικό τεύχος 500 του σελφ σέρβις τον προηγούμενο Δεκέμβριο, με τη συνδρομή της IRI, δείξαμε ότι μεταξύ 2010 και 2018, ενώ ο κλαδικός τζίρος κάμφθηκε κατά 13,5% (από 8,596 δισ. ευρώ σε 7,432 δισ. ευρώ) εξαιτίας της «εσωτερικής υποτίμησης» και της μονιμοποιημένης ύφεσης που εισήγαγαν τα προγράμματα δημοσιονομικής σταθερότητας, όχι μόνο ο αριθμός των καταστημάτων του κλάδου ουσιαστικά έμεινε ο ίδιος συγκριτικά με τα προ της κρίσης δεδομένα (μειώθηκαν μόλις κατά 58 σε εννιά χρόνια, ενόσω επεκτάθηκε παντού το δίκτυο των Lidl, που δεν συμποσούνται στο δυναμικό των κλασικών αλυσίδων), αλλά αθροιστικά η επιφάνειά τους αυξήθηκε από 1,691 εκατ. τ.μ. σε 1,766 εκατ. τ.μ. (αύξηση 4,4%), με αποτέλεσμα τη μείωση της μέσης απόδοσης του κλάδου ανά τ.μ. Η ίδια τάση, λοιπόν, επιβεβαιώθηκε το 2019, οπότε ο αριθμός των τ.μ. στο σύνολο των καταστημάτων του κλάδου αυξήθηκε περαιτέρω στα 1,798 εκατ. τ.μ., σύμφωνα με την IRI, μολονότι η γλίσχρα ανάπτυξη τζίρου το 2019 δεν δικαιολογούσε κάτι τέτοιο –ούτε καν και η πιο αισιόδοξη προσδοκία για την ανάπτυξη της οικονομίας.

Όπως εξηγούσαμε τον Δεκέμβριο, «στην ανάλυσή της αυτή η συνθήκη χάνει την παραδοξότητά της, αν ληφθούν υπόψιν ότι, πρώτον, οι επτά μεγαλύτεροι επενδυτές στην επέκταση των δικτύων τους μεταξύ 2010 και 2018 εγκαινίασαν ως καινούργια εταιρικά καταστήματα κοντά στο ένα πέμπτο των υπαρχόντων εμπορικών μονάδων του κλάδου, δηλαδή σαν καταστήματα άνω των 400τμ (ως 1.500τμ), επειδή το λειτουργικό κόστος των μικρότερων είναι ασύμφορο. Και δεύτερον, ότι στα χέρια των έξι εξ αυτών βρίσκεται ανακαινισμένο και «ξεσκαρταρισμένο», μετά από εξαγορές, κοντά στο μισό του δυναμικού των καταστημάτων του κλάδου, επίσης άνω των 400τμ για τον ίδιο λόγο. Με άλλα λόγια, ό,τι «μικρό» ανάλωσε η κρίση, ο ανταγωνισμός το επανέφερε προσαυξημένο σε τ.μ. χώρου». Η τάση αυτή, λοιπόν, επιβεβαιώθηκε και το 2019, αλλά και φέτος, αν κρίνουμε από την πρόοδο, έστω μετ’ εμποδίων λόγω πανδημίας, των προγραμμάτων οργανικής ανάπτυξης των αλυσίδων.

Το ότι το ένστικτο της επιχειρηματικής επιβίωσης ωθεί ακατάπαυστα στην επέκταση, καθώς μόνο το νέο, το εξαγορασμένο και το ανακαινισμένο κατάστημα ισοφαρίζουν τη στασιμότητα ή χειρότερα την αρνητική ανάπτυξη σε συγκρίσιμη ετήσια βάση, είναι κοινός τόπος των επιχειρηματιών του κλάδου, είτε προσβλέπουν στην ηγεμονία είτε στην παγίωση της θέσης τους με όρους ασφάλειας είτε απλώς στην επιχειρηματική επιβίωση. Γι’ αυτό όλοι αποδύονται στην επέκταση, ακόμα και με εξόφθαλμη ασυμμετρία αποδόσεων ανά τ.μ. εμπορικού χώρου έναντι των ανταγωνιστών. Και διότι το «κλείσιμο» των προσβάσεων στην επέκταση του ανταγωνιστή, με κάθε θυσία, είναι κριτήριο, του οποίου η σπουδαιότητα ανατιμάται όσο υποδεέστερη είναι η θέση καθενός στον ανταγωνισμό του. Έτσι λοιπόν, ο καθένας προβάλει τη δική του προτεραιότητα στην επέκταση ως προνομιακή δυνατότητά του, ζητώντας πάντα να φροντίσουν κάποιοι «άλλοι» για τον «εξορθολογισμό του αριθμού των σούπερ μάρκετ στη αγορά μας», καθότι ουδείς διαφωνεί ότι το μεν λιτοδίαιτο καταναλωτικό πρότυπο, μετά από δέκα χρόνια προπαίδειας στη «λίστα» αγορών, δεν σηκώνει περισσότερα σούπερ μάρκετ, τα δε όρια της κλαδικής οργανικής ανάπτυξης, χωρικά και με όρους συγκράτησης του λειτουργικού κόστους, είναι ήδη ξεχειλωμένα.

Ωστόσο, την αρνητική ανάπτυξη των αλυσίδων σε συγκρίσιμη ετήσια βάση την «υπόσχονται» τώρα πια οι νέες οριζόντιες μειώσεις των εισοδημάτων της ευρείας πελατείας τους και η ψυχολογική καταπτόησή της, οι νέοι και παλιοί άνεργοι, η γεωμετρικά αυξανόμενη κατάρρευση των δημοσίων εσόδων, που προμηνύει τη λήψη οδυνηρών δημοσιονομικών μέτρων, οι κλειστές επιχειρήσεις μετά το lockdown κι όσες ετοιμάζονται για λουκέτο από το φθινόπωρο, η μισόκλειστη στρόφιγγα της χρημαοδότησης για όλη τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και η καταθλιπτική ψυχολογική κατάσταση του κόσμου της.

Κι ακόμα χειρότερα το «πουγκί» των προμηθευτών, που χορηγεί ποικιλοτρόπως τις ανταγωνιστικές φιλοδοξίες των αλυσίδων, είναι ήδη «ξετιναγμένο» από το lockdown, τόσο μάλιστα, ώστε πολλές από τις ελληνικές βιομηχανίες αντιμετωπίζουν άμεσα προβλήματα βιωσιμότητας, ενόσω οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας στην εγχώρια αγορά, αλλά και τις διεθνείς αγορές προορισμού των προϊόντων τους, είναι βέβαιες πλην άδηλο παραμένει ακόμα το μέγεθός τους.


Το μέλλον πέρα από κάθε φαντασία
Εφόσον στο φύσει δυναμικά επεκτατικό σύστημα της οικονομίας της αγοράς η κατάσταση της ήδη ασθενούς ζήτησης ως συντελεστού τροφοδοσίας του ανταγωνισμού επιδεινώθηκε άρδην, άραγε η αδήριτη ανάγκη επέκτασης ενός εκάστου λιανέμπορου, την οποία γνωρίσαμε στα προηγούμενα χρόνια σαν πόλεμο όλων μεταξύ όλων, μέχρι τη συγχώνευση των ασθενέστερων στους ισχυρότερους, πώς θα εκφραστεί στο εξής; Η προηγούμενη κρίση έδειξε πως η ασυγκράτητη ροπή της συγκεντροποίησης κεφαλαίου και συγκέντρωσης δομών στον κλάδο ως καρπός της μακρόχρονης ύφεσης του τζίρου, αφού σάρωσε τις οκτώ από τις δεκαοκτώ ακμαιότερες επωνυμίες αλυσίδων που δρούσαν το 2010, διπλασίασε κιόλας το αθροιστικό μερίδιο τζίρου των τεσσάρων πρώτων του κλαδικού ανταγωνισμού (ΕΥΣ, ΑΒ Βασιλόπουλος, Lidl, Metro) ως προς τα ισχύοντα το 2010, μερίδιο το οποίο σήμερα ήδη υπερβαίνει το 75% του ετήσιου τζίρου του κλάδου, μεταλλάσσοντας τη δομή του ταχύτατα σε ολιγαρχική-ολιγοπωλιακή. Αυτή η κρίση, άραγε, τι μέλλει να δείξει;

Δεν θα διακινδυνεύσουμε υποθέσεις. Άλλωστε, αφενός η ταχύτητα και η αλληλεπίδραση των εξελίξεων ξεπερνά κάθε φαντασία, αυξάνοντας τις αβεβαιότητες στην εταιρική, την εθνική και τη διεθνή ζωή, αφετέρου όλα τελούν ακόμα υπό το κράτος της δύναμης της αδράνειας. Οι γενικές τάσεις ακόμα δεν έχουν μορφοποιηθεί ή οι φαινόμενες μοιάζει περισσότερο να είναι υπό αίρεση.

Τα όρια της επαγωγικής αξίας του δείκτη απόδοσης ανά τ.μ.
Η εμπειρία της οικονομικής κρίσης δείχνει πως η απόδοση του εμπορικού χώρου ανά τ.μ. ως αξιολογικό κριτήριο της «μέσης» επιχειρηματικής επάρκειας του κλάδου, εφόσον η θεώρηση του σχετικού δείκτη γίνεται ερήμην της ιστορικότητας και των τάσεων εξέλιξης του ανταγωνιστικού παιγνίου, επ’ ουδενί λόγω παρέχει αληθείς ενδείξεις για το αντικείμενο που ερευνά –το ενάντιο μάλιστα. Αντίστοιχα, ο έλεγχος της «μέσης» απόδοσης του εμπορικού χώρου ανά επιχείρηση στη σύγκρισή της με άλλες δίνει ψευδή εικόνα, εφόσον οι συντελεστές λειτουργικού κόστους και κέρδους ανά τ.μ. διαφοροποιούνται έντονα από επιχείρηση σε επιχείρηση και μεταξύ των διαφορετικών μεγεθών καταστημάτων καθεμιάς, όπως και στη συνάρτησή τους με το βαθμό πίεσης που δέχεται το καθένα από το ανταγωνιστικό περιβάλλον της περιοχής εγκατάστασής του, της ιστορικότητας των αποδόσεών του, των εισοδηματικών χαρακτηριστικών του κοινού που απευθύνεται και των στρατηγικών με τις οποίες του απευθύνεται κοκ.

Εντέλει η επαγωγική αξία της «μέσης» απόδοσης ανά τ.μ. κλαδικού χώρου πωλήσεων αφορά μάλλον την κοινωνικοϊστορική ανάλυση παρά την επιχειρηματική πρακτική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι για τη δεύτερη δεν προκύπτουν σημαντικά συμπεράσματα, εφόσον οι σχετικές ενδείξεις εγγράφονται σε βάθος χρόνου, περιγράφοντας την εξέλιξη των επιδόσεων συγγενικών καναλιών διανομής (π.χ. των τυπικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ πανελλήνιας διανομής ως προς το πανελλήνιο δίκτυο της Lidl) ή κάποια σταθερά εισοδηματικά ή άλλα χαρακτηριστικά των διαφορετικών περιφερειών της χώρας, που ανακλώνται λίγο-πολύ στις πωλήσεις όλων των αλυσίδων.

Ο κλαδικός τζίρος ακολουθεί την εξέλιξη του ΑΕΠ

    Αριστοτέλης Παντελιάδης,
    διευθύνων σύμβουλος,
    Metro ΑΕΒΕ

σελφ σέρβις: Μπορεί να υπάρξει ποτέ ένα ιδεώδες μέτρο απόδοσης του εμπορικού χώρου ανά τ.μ. αφ’ ης στιγμής οι πλείστες σύνθετοι παράμετροι που την προσδιορίζουν, σχετίζονται αφενός με τη στρατηγική και τους στόχους κάθε χωριστής εταιρείας και αφετέρου με τους διαφορετικούς τύπους των καταστημάτων της, τις διαφορετικές περιοχές δράσης τους και την κατάσταση του ανταγωνισμού σε καθεμιά, την εισοδηματική κατάσταση των πελατών κάθε περιοχής κοκ;

Αριστοτέλης Παντελιάδης: Ο τρόπος που θέσατε την ερώτηση, δίνει και την απάντηση. Ο σχετικός δείκτης είναι ένας μεταξύ πολλών άλλων και, πάντως, όχι κυρίαρχος. Στην απόδοση ανά τ.μ. συμμετέχουν παράγοντες εκτός εμβέλειας του συγκεκριμένου δείκτη. Για παράδειγμα, η καλύτερη απόδοση τζίρου ανά τ.μ. δεν γίνεται ούτε στα μεγαλύτερα σούπερ μάρκετ ούτε στα πιο μικρά, αλλά στα μεσαίου μεγέθους. Ωστόσο, ο σχετικός δείκτης είναι περιορισμένης αξίας, γιατί τα μεγαλύτερα καταστήματα είναι πιο κερδοφόρα, εφόσον το λειτουργικό τους κόστος ανά τ.μ. είναι σημαντικά μικρότερο. Συνεπώς μας ενδιαφέρει η αύξηση του τζίρου ανά τ.μ., γι’ αυτό παρακολουθούμε το σχετικό δείκτη, αλλά δεν μπορεί να είναι αυτή η βασική επιδίωξή μας. Εξάλλου, την απόδοση του τζίρου ανά τ.μ. την επηρεάζουν πρωταρχικά οι ανταγωνιστικές συνθήκες περιβάλλοντος, έτσι ώστε είναι άτοπο, υποθέτοντας μια «ιδεώδη» απόδοση ανά τ.μ., να τη θέτω ως κοινό στόχο μεταξύ ενός καταστήματός μου, που δρα εν μέσω καταστημάτων των μεγαλύτερων ανταγωνιστών μου, και ενός άλλου, που δρα σε ελεύθερο πεδίο. Η εισοδηματική κατάσταση των πελατών ασφαλώς κι επηρεάζει την απόδοση τζίρου, αλλά η επίδρασή της συγκριτικά με τις ανταγωνιστικές συνθήκες είναι μάλλον επουσιώδης.

Δεν ξέρω αν διεθνώς κάποια αλυσίδα δημιούργησε εκείνο τον αλγόριθμο που, με ενσωματωμένες τις ποικίλες σύνθετες και ειδικές παραμέτρους, προσδιορίζει εντέλει τον ιδανικό τζίρο ανά τ.μ. –εμείς δεν μπορέσαμε. Τα προσεγγιστικά μοντέλα, βεβαίως, είναι εφικτά. Εφαρμόζουμε ένα τέτοιο, πριν απ’ όλα όταν σχεδιάζουμε να οικοδομήσουμε ή να στεγάσουμε ένα νέο κατάστημα σε μια περιοχή. Η ευστοχία του είναι σχετική. Άλλοτε επαληθεύεται κι άλλοτε όχι. Η πραγματικότητα είναι πιο ισχυρή από τα μοντέλα. Όταν ένα μαγαζί, χωρίς εμφανή προβλήματα, δείχνει για χρόνια ότι είναι αδύνατο να πιάσει τη δέουσα κατά το μοντέλο απόδοση τζίρου ανά τ.μ., δεν επιμένουμε. Ενίοτε συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή η πράξη διαψεύδει τη λογική του μοντέλου προς ικανοποίησή μας.

σ. σ.: Τι λαμβάνετε κυρίως υπόψιν στη στοχοθεσία της απόδοσης ανά τ.μ. κάθε χωριστού καταστήματος;

Α. Π.: Κυρίως το ιστορικό των πωλήσεών του. Έπεται η εκτίμηση, αν χρειάζονται βελτιώσεις στη λειτουργία του και τι είδους πρέπει να είναι αυτές. Ο δείκτης που συζητούμε, έπεται άλλων και με μεγάλη διαφορά, διότι δεν «βλέπει» όλη την εικόνα. Δεν παραγνωρίζω, όμως, την αξία του στη ενδεικτική στάθμιση της απόδοσης ενός πανελλήνιου δικτύου ή πολύ περισσότερο του κλάδου εν συνόλω.

σ. σ.: Πώς επιδρά η εισοδηματική κατάσταση του κοινού υπό την πίεση της οικονομικής κρίσης στην απόδοση των καταστημάτων;

Α. Π.: Πριν την προηγούμενη κρίση ήμουν πεισμένος για την πολύ μικρότερη ελαστικότητα των τροφίμων στην πίεση της οικονομικής ύφεσης, απ’ αυτή που εντέλει αποδείχθηκε πως έχουν. Τώρα είμαι πια βέβαιος ότι η εξέλιξη του τζίρου στον κλάδο μας ακολουθεί με μεγάλη πιστότητα τα ποσοστά ανόδου ή πτώσης του ΑΕΠ.

Όσο αυξάνονται τα καταστήματα και συρρικνώνεται ο τζίρος, η απόδοση ανά τ.μ. πέφτει

    Γιάννης Μασούτης,
    διευθύνων σύμβουλος,
    Δ. Μασούτης ΑΕ

«Στην προ της οικονομικής κρίσης περίοδο τα νέα καταστήματα ήταν λιγότερα σε σχέση με την ανάπτυξη της αγοράς, έτσι ώστε βλέπαμε η απόδοσή τους ανά τ.μ. να αυξάνει. Με την έλευση της κρίσης, η τάση της δημιουργίας νέων καταστημάτων στον κλάδο δεν διακόπηκε, αν και η αγορά συρρικνώθηκε, με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται η μείωση της απόδοσής τους ανά τ.μ. Είναι αυτονόητο ότι όσο αυξάνονται τα καταστήματα σε συνθήκες συρρίκνωσης της αγοράς, θα αυξάνονται και τα τ.μ. στο σύνολο του κλάδου, ενώ η απόδοση ανά τ.μ. θα πέφτει, συμπαρασύροντας κι άλλους δείκτες, όπως της απόδοσης της μισθοδοσίας, των ενοικίων, τον δείκτη ταχύτητας κυκλοφορίας των αποθεμάτων κ.ά. Στην προοπτική εξόδου από την οικονομική κρίση τονώθηκε η δημιουργία νέων καταστημάτων, αλλά με την εμφάνιση της πανδημίας είμαστε πάλι μπροστά σε καταστάσεις παρόμοιες μ’ εκείνες που αντιμετωπίσαμε στο ξέσπασμα της κρίσης προ δεκαετίας.

Είναι φυσικό να παρακολουθούμε την απόδοση των καταστημάτων μας ανά τ.μ., γιατί είναι καθοριστική για τα μεγέθη στα οποία θα κυμανθεί το ύψος των μισθωμάτων, ο αριθμός των ατόμων του προσωπικού και άλλοι ακόμα δείκτες. Η βελτίωση της απόδοσης επιτυγχάνεται με την αύξηση των πωλήσεων, πράγμα πολύ δύσκολο, ωστόσο, εξαιτίας της συρρίκνωσης της αγοράς και της έντασης του ανταγωνισμού. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος αντίδρασης είναι η αναδιαπραγμάτευση των μισθωμάτων για τη μείωσή τους. Αλλά και στα ιδιόκτητα καταστήματα διαπιστώνεται μια μείωση της απόδοσης ανά τ.μ., λόγω της απώλειας δυναμικής στις δεδομένες συνθήκες…».

σελφ σερβις (T. 506)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2020 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION