σελφ σερβις - Γιατί «πλεονάζει» ο αριθμός των σούπερ μάρκετ της αγοράς μας

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Γιατί «πλεονάζει» ο αριθμός των σούπερ μάρκετ της αγοράς μας

27 Φεβρουαρίου 2018 | 09:26 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Έρευνα,Καταστήματα

Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα προς την επιτάχυνση των τάσεων οικονομικής συγκέντρωσης του κλάδου, άναψε η συζήτηση αναφορικά με το κατά πόσο και σε τι βαθμό ο αριθμός των σούπερ μάρκετ της αγοράς μας πλεονάζει σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της, σε τι ποσοστό πρέπει να κλείσουν ώστε να εξυγιανθεί ο κλάδος κ.ο.κ. Θα προσπαθήσουμε να προτείνουμε απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, όπως και στις θέσεις που ρητώς ή υπαινιχτικά προβάλλονται μέσω αυτών...

Ως βάση της προσέγγισής μας αξιοποιήσαμε δύο πηγές δεδομένων: Αφενός τα στοιχεία για την εξέλιξη των καταστημάτων του κλάδου ανά επιχείρηση, μέγεθος-τύπο, είδος καταστημάτων και μερίδιο του τζίρου τους, όπως διαχρονικά αποτυπώνονται στη βάση δεδομένων της έκδοσής μας «Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ» και της IRI και αφετέρου την εμπειρία του ρεπορτάζ στη συγκεκριμένη αγορά και ειδικότερα ως προς τις στρατηγικές επέκτασης των «παικτών» της.

Στο μεταξύ, συμβουλεύουμε τον αναγνώστη, πριν προχωρήσει στην ανάγνωση, να μελετήσει τα στοιχεία των παρατιθέμενων πινάκων, λαμβάνοντας υπόψιν του την επιχειρηματολογία των σχολίων που τους συνοδεύουν.

Ο παλιός κι ο νέος ιστορικός κύκλος του κλάδου
Επιλέξαμε να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στις σχετικές εξελίξεις όλης της μακράς περιόδου της οικονομικής ύφεσης –από το 2010, χρονιά εισαγωγής στην «εποχή των μνημονίων», ως το 2016 και, όπου ευκολυνθήκαμε, από το 2008, οπότε άρχισε το υφεσιακό αγκομαχητό της ελληνικής οικονομίας, έως το 2017 που η υπαγωγή του δικτύου Μαρινόπουλος στη Σκλαβενίτης δημιούργησε νέα κατάσταση στον κλάδο. Ο λόγος είναι προφανής: Η οικονομική κρίση επέβαλε την οικονομική συγκέντρωση, καταστρέφοντας όσες επιχειρήσεις βάσισαν την ανάπτυξή τους στο προϋπάρχον μοντέλο της πιστωτικής επέκτασης και στα διοικητικά της ήθη –κι αυτό ανεξαρτήτως μεγέθους, ιστορικότητας, δύναμης επιβολής και κύρους καθεμιάς–, ανατρέποντας επιχειρηματικές στρατηγικές, ανεβάζοντας στην ηγεμονία του κλάδου τους «συντηρητικούς» και άλλοτε «δευτέρας κλάσεως παίκτες» και οξύνοντας τον ανταγωνισμό. Έτσι, έκλεισε ένας μείζων κύκλος στην ιστορία της οργανωμένης λιανικής του τόπου μας, στο τέλος του οποίου άπαντες οι παραμένοντες στο παιχνίδι της είναι δοκιμασμένοι στην «οικονομία πολέμου» (δηλ. «σφικτή» διαχείριση, ελεγχόμενος ή μηδενικός δανεισμός κ.λπ.).

Στο πλαίσιο αυτό, ο καινούργιος μείζων ιστορικός κύκλος για τις επιχειρήσεις του κλάδου μέλλει με αναμετρήσεις έκβασης μηδενικού αθροίσματος μεταξύ υγιών αλυσίδων, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πια σοβαρά διαθέσιμα αποθέματα επιχειρηματικών ρακών να θρέψουν την πείνα τους για ανάπτυξη, αναβάλλοντας δηλαδή, όπως προηγουμένως, τον αλληλοσπαραγμό τους για «μετά τη χώνεψη». Πολλοί πιστεύουν ότι το ερχόμενο φθινόπωρο θα φανεί η πραγματική μεριδιακή βάση εκκίνησης καθενός, δεδομένου ότι, όπως λένε, τότε θα κλείσει η «μεσοβασιλεία» των ωφελημένων από την κατάρρευση της Μαρινόπουλος και, ταυτόχρονα, ζημιωμένων από την εμφάνιση της νέας Σκλαβενίτης, συνεπώς έτσι θα φανεί και η προοπτική της τελευταίας.

Όλα, πάντως, δείχνουν ότι το 2017 εγκαινίασε τον νέο ιστορικό κύκλο στην εξέλιξη του κλάδου και δη εμφατικά στη Βόρεια Ελλάδα, όπου ο ανταγωνισμός στις τιμές διεξάχθηκε με πολεμικές προθέσεις, δηλαδή προθέσεις εξόντωσης του αντιπάλου ή, αλλιώς, καταρράκωσης της αντοχής του να αναπαράγει στρατηγικά σε επίπεδο ασφαλείας την κερδοφορία του, συντηρώντας τη ζωτική βάση του μεριδίου του. Παρεμπιπτόντως, κατά τη γνώμη μας το εγχείρημα της νέας Σκλαβενίτης θα φανερώσει το βάθος προοπτικής του μετά από μια διετία, οπότε αφενός η συσχέτιση της προόδου στην αφομοίωση των πανελλήνιων δομών της, χωρίς «κανιβαλισμό» πωλήσεων μεταξύ μητρικού και νεοαποκτηθέντος δικτύου στην Αττική και την Κρήτη, και αφετέρου της δυνατότητας παραγωγής ικανοποιητικών κερδών θα δείξουν, αν αντέχει αυτοτελώς (δηλ. άνευ εταίρου) να προβάλει μακροπρόθεσμα αξιώσεις κυριαρχίας...

Δίκτυα πωλήσεων: Η «πρώτη γραμμή» του πολέμου
Ασυζητητί η επέκταση των δικτύων καταστημάτων, μέσω εξαγορών ή δημιουργίας νέων, αλλά και η ανακαίνισή τους είναι ό,τι οι δυνάμεις του πεζικού στον πραγματικό πόλεμο: Χωρίς την εδαφική προέλαση και εγκατάστασή τους δεν υπάρχει νίκη. Τα λοιπά όπλα (κατ’ αντιστοιχία της αεροπορίας και του πυροβολικού οι χαμηλές τιμές, το επιθετικό promotion, το ευφυές μάρκετινγκ κ.λπ.) ανοίγουν μεν δρόμο στη νίκη, αλλά επ’ ουδενί λόγω τον κατοχυρώνουν –αν και το πλήθος και η γεωγραφική διασπορά των καταστημάτων από μόνα τους είναι, βέβαια, αναγκαία πλην όχι πάντα ικανή συνθήκη κυριαρχίας…

Το αντίστοιχο μιας τόσο κοινότοπης αλήθειας είναι ότι «ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί», μολονότι ορισμένοι στη δημόσια συζήτηση για τα του κλάδου φαίνεται να την αμφισβητούν, θεωρώντας ότι γίνονται πιστευτοί όταν, την ίδια ώρα που υπερακοντίζουν στη μείωση του γενικού αριθμού των σούπερ μάρκετ στο όνομα του ορθολογισμού –λόγω δημογραφικής κάμψης, συρρίκνωσης των εισοδημάτων, βεβαιότητας για λιτότητα διαρκείας κ.λπ., δηλαδή, επιχειρημάτων ορθών– κάνουν άπαν το δυνατόν παντί τρόπω να προηγούνται στην επέκταση των δικών τους δικτύων!

Ως βάση της προσέγγισής μας αξιοποιήσαμε δύο πηγές δεδομένων: Αφενός τα στοιχεία για την εξέλιξη των καταστημάτων του κλάδου ανά επιχείρηση, μέγεθος-τύπο, είδος καταστημάτων και μερίδιο του τζίρου τους, όπως διαχρονικά αποτυπώνονται στη βάση δεδομένων της έκδοσής μας «Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ» και της IRI και αφετέρου την εμπειρία του ρεπορτάζ στη συγκεκριμένη αγορά και ειδικότερα ως προς τις στρατηγικές επέκτασης των «παικτών» της.

Στο μεταξύ, συμβουλεύουμε τον αναγνώστη, πριν προχωρήσει στην ανάγνωση, να μελετήσει τα στοιχεία των παρατιθέμενων πινάκων, λαμβάνοντας υπόψιν του την επιχειρηματολογία των σχολίων που τους συνοδεύουν.

Ο παλιός κι ο νέος ιστορικός κύκλος του κλάδου
Επιλέξαμε να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στις σχετικές εξελίξεις όλης της μακράς περιόδου της οικονομικής ύφεσης –από το 2010, χρονιά εισαγωγής στην «εποχή των μνημονίων», ως το 2016 και, όπου ευκολυνθήκαμε, από το 2008, οπότε άρχισε το υφεσιακό αγκομαχητό της ελληνικής οικονομίας, έως το 2017 που η υπαγωγή του δικτύου Μαρινόπουλος στη Σκλαβενίτης δημιούργησε νέα κατάσταση στον κλάδο. Ο λόγος είναι προφανής: Η οικονομική κρίση επέβαλε την οικονομική συγκέντρωση, καταστρέφοντας όσες επιχειρήσεις βάσισαν την ανάπτυξή τους στο προϋπάρχον μοντέλο της πιστωτικής επέκτασης και στα διοικητικά της ήθη –κι αυτό ανεξαρτήτως μεγέθους, ιστορικότητας, δύναμης επιβολής και κύρους καθεμιάς–, ανατρέποντας επιχειρηματικές στρατηγικές, ανεβάζοντας στην ηγεμονία του κλάδου τους «συντηρητικούς» και άλλοτε «δευτέρας κλάσεως παίκτες» και οξύνοντας τον ανταγωνισμό. Έτσι, έκλεισε ένας μείζων κύκλος στην ιστορία της οργανωμένης λιανικής του τόπου μας, στο τέλος του οποίου άπαντες οι παραμένοντες στο παιχνίδι της είναι δοκιμασμένοι στην «οικονομία πολέμου» (δηλ. «σφικτή» διαχείριση, ελεγχόμενος ή μηδενικός δανεισμός κ.λπ.).

Στο πλαίσιο αυτό, ο καινούργιος μείζων ιστορικός κύκλος για τις επιχειρήσεις του κλάδου μέλλει με αναμετρήσεις έκβασης μηδενικού αθροίσματος μεταξύ υγιών αλυσίδων, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πια σοβαρά διαθέσιμα αποθέματα επιχειρηματικών ρακών να θρέψουν την πείνα τους για ανάπτυξη, αναβάλλοντας δηλαδή, όπως προηγουμένως, τον αλληλοσπαραγμό τους για «μετά τη χώνεψη». Πολλοί πιστεύουν ότι το ερχόμενο φθινόπωρο θα φανεί η πραγματική μεριδιακή βάση εκκίνησης καθενός, δεδομένου ότι, όπως λένε, τότε θα κλείσει η «μεσοβασιλεία» των ωφελημένων από την κατάρρευση της Μαρινόπουλος και, ταυτόχρονα, ζημιωμένων από την εμφάνιση της νέας Σκλαβενίτης, συνεπώς έτσι θα φανεί και η προοπτική της τελευταίας.

Όλα, πάντως, δείχνουν ότι το 2017 εγκαινίασε τον νέο ιστορικό κύκλο στην εξέλιξη του κλάδου και δη εμφατικά στη Βόρεια Ελλάδα, όπου ο ανταγωνισμός στις τιμές διεξάχθηκε με πολεμικές προθέσεις, δηλαδή προθέσεις εξόντωσης του αντιπάλου ή, αλλιώς, καταρράκωσης της αντοχής του να αναπαράγει στρατηγικά σε επίπεδο ασφαλείας την κερδοφορία του, συντηρώντας τη ζωτική βάση του μεριδίου του. Παρεμπιπτόντως, κατά τη γνώμη μας το εγχείρημα της νέας Σκλαβενίτης θα φανερώσει το βάθος προοπτικής του μετά από μια διετία, οπότε αφενός η συσχέτιση της προόδου στην αφομοίωση των πανελλήνιων δομών της, χωρίς «κανιβαλισμό» πωλήσεων μεταξύ μητρικού και νεοαποκτηθέντος δικτύου στην Αττική και την Κρήτη, και αφετέρου της δυνατότητας παραγωγής ικανοποιητικών κερδών θα δείξουν, αν αντέχει αυτοτελώς (δηλ. άνευ εταίρου) να προβάλει μακροπρόθεσμα αξιώσεις κυριαρχίας...

Δίκτυα πωλήσεων: Η «πρώτη γραμμή» του πολέμου
Ασυζητητί η επέκταση των δικτύων καταστημάτων, μέσω εξαγορών ή δημιουργίας νέων, αλλά και η ανακαίνισή τους είναι ό,τι οι δυνάμεις του πεζικού στον πραγματικό πόλεμο: Χωρίς την εδαφική προέλαση και εγκατάστασή τους δεν υπάρχει νίκη. Τα λοιπά όπλα (κατ’ αντιστοιχία της αεροπορίας και του πυροβολικού οι χαμηλές τιμές, το επιθετικό promotion, το ευφυές μάρκετινγκ κ.λπ.) ανοίγουν μεν δρόμο στη νίκη, αλλά επ’ ουδενί λόγω τον κατοχυρώνουν –αν και το πλήθος και η γεωγραφική διασπορά των καταστημάτων από μόνα τους είναι, βέβαια, αναγκαία πλην όχι πάντα ικανή συνθήκη κυριαρχίας…

Το αντίστοιχο μιας τόσο κοινότοπης αλήθειας είναι ότι «ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί», μολονότι ορισμένοι στη δημόσια συζήτηση για τα του κλάδου φαίνεται να την αμφισβητούν, θεωρώντας ότι γίνονται πιστευτοί όταν, την ίδια ώρα που υπερακοντίζουν στη μείωση του γενικού αριθμού των σούπερ μάρκετ στο όνομα του ορθολογισμού –λόγω δημογραφικής κάμψης, συρρίκνωσης των εισοδημάτων, βεβαιότητας για λιτότητα διαρκείας κ.λπ., δηλαδή, επιχειρημάτων ορθών– κάνουν άπαν το δυνατόν παντί τρόπω να προηγούνται στην επέκταση των δικών τους δικτύων!


Το δράμα των περισσότερων ανταγωνιστών είναι διττό:
Από τη μια πλευρά, ξέρουν καλά ότι το παιχνίδι της επιχειρηματικής επιβίωσης, που ωθεί ακατάπαυστα σε ανάπτυξη μέσω επενδύσεων, είναι σαν τα πετάλ του ποδηλάτου: Αν σταματήσουν να γυρνούν και δη υπό συνθήκες ασθενούς ζήτησης και ανυπαρξίας πιστώσεων, ο αναβάτης όχι δεν μένει «στατικός», αλλά πέφτει! Στην πράξη σπάζει τα μούτρα του, καθότι μόνο το νέο, το εξαγορασμένο και το ανακαινισμένο κατάστημα ισοφαρίζουν τη μόνιμα αρνητική οργανική ανάπτυξη σε συγκρίσιμο ετήσιο επίπεδο. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει, εφόσον τα περιθώρια για εναλλακτικού χαρακτήρα αναπτυξιακές επενδύσεις κατά την ελληνική εμπειρία είναι εξαιρετικά περιορισμένα (π.χ. πόσοι μπορεί, άραγε, να επενδύουν ποιοτικά αντί εκτατικά στις υποδομές τους, όπως η Θανόπουλος, ή πόσοι μπορούν να διεκδικήσουν το προβάδισμα σε περιοχές εξειδίκευσης των υπηρεσιών τους, που μόνο η πολυεθνική τεχνογνωσία και τα σχετικά εργαλεία καταφέρνουν –κι όχι πάντα;).

Από την άλλη πλευρά, αρκετοί «παίχτες» νοιώθουν εγκλωβισμένοι στη συντήρηση καταστημάτων, που δεν αιτιολογούν τη λειτουργία τους από άποψη επιδόσεων, και μόνο για να μη δίνουν στον αντίπαλο την ευκαιρία να ενισχύει τη δική του θέση εις βάρος τους, είτε ανεβάζοντας την ταμπέλα του εκεί που θα υποστείλουν τη δική τους είτε μαζεύοντας τον τζίρο που θα εγκαταλείψουν. Κάποιοι για τον ίδιο ή παρεμφερείς λόγους αναγνωρίζουν ορισμένως στο ζημιογόνο κατάστημα του ανταγωνιστή του, εφόσον έκλεισε, μια ευκαιρία, οπότε το επαναλειτουργούν υπό το δικό τους σήμα, είτε το ανακαινίζουν, αν πρόκειται για προϋφιστάμενο δικό τους κατάστημα. Πρακτικά κάνουν χρήση, έτσι, ενός αμυντικού όπλου, αδιανόητου για το πολυεθνικό επιχειρείν όσο η σφεντόνα για το σιδερόφραχτο. Αλλά τα κριτήρια θεώρησης είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ αλυσίδων που στοχεύουν στην ηγεμονία, χωρίς να φείδονται μέσων για την εξασφάλισή της, και αλυσίδων «καταδικασμένων» να πετυχαίνουν σε σκοπούς και φιλοδοξίες, που υπερβαίνουν τους κανόνες των πολυεθνικών.

Βαρύ το κόστος του λιανεμπορικού ανταγωνισμού για τους προμηθευτές
Αλλά πώς και από ποιον ορίζεται η περίσσια των σούπερ μάρκετ σε σχέση με την κατάσταση της ζήτησης; Η εξέλιξη των σχετικών στοιχείων στον χρόνο δεν λέει πολλά πράγματα επ’ αυτού. Απεναντίας, αντίκειται στην απόφανση ότι ο αριθμός τους είναι πια ασύμφορα μεγάλος για το νέο λιτοδίαιτο καταναλωτικό πρότυπο και την προβολή της ισχύος του στο μέλλον, εφόσον επουσιωδώς μόνον έχει διαφοροποιηθεί ο αριθμός των σούπερ μάρκετ και πάντα εις βάρος της μικρής και μικρομεσαίας επιχείρησης. Τούτη, πάντως, η απόφανση, τουλάχιστον από μια σκοπιά, είναι ακριβής και ειλικρινέστατη. Κι αυτή δεν είναι η σκοπιά της ζήτησης, στο όνομα των δινών της οποίας τεκμηριώνονται τα σχετικά επιχειρήματα, αλλά των δυνάμεων της προσφοράς και προπάντων της βιομηχανίας. Φτάνει να αναλογιστεί ο καθένας ότι, ενώ η οργανωμένη λιανική εξακολουθεί να προσελκύει τζίρο από τα λοιπά όμορα κανάλια διανομής και από τα λιγότερο οργανωμένα κομμάτια της, μετριάζοντας τις απώλειές της, λόγω περιστολής της ζήτησης, οι σχετικές απώλειες του τζίρου της βιομηχανίας είναι απόλυτου βαθμού, αν και στη δική της, επίσης, πλευρά η πρόοδος της συγκέντρωσης επιδρά αντίστοιχα σε μεγάλους και μικρούς.

Είναι επόμενο η βιομηχανία να επείγεται για την ανάσχεση των επενδύσεών της στα κανάλια διανομής, προκειμένου να βελτιώσει τις απολαβές της. Συνεπώς, η περαιτέρω συγκέντρωση της οργανωμένης λιανικής και οι δημιουργούμενες κλίμακες οικονομιών την ευνοούν, όσο κι αν ένα τμήμα της βιώνει τον γιγαντισμό των λιανεμπόρων ως υπαρκτική απειλή. Το γεγονός ότι μέσα στην οικονομική κρίση το ένα στα πέντε καταστήματα των επτά μεγαλύτερων αλυσίδων είναι καινούργιο και τουλάχιστον το ένα στα δύο των εννιά μεγαλύτερων αλυσίδων ανακαινίστηκε κατόπιν εξαγοράς του είναι ένα κόστος δυσβάστακτο, είναι το κόστος του ανταγωνισμού των λιανεμπόρων.

Η βιομηχανία, λοιπόν, δεν διατίθεται να εξακολουθήσει να το «μοιράζεται» εσαεί με όλους τους φιλόδοξους λιανέμπορους, επενδύοντας στη διαφοροποίηση καθενός τους, στην ανταγωνιστικότητά του, στους περιορισμούς της ρευστότητάς του μέσω της ανοχής στον χρόνο πληρωμών του, στη δυναμική των νέων ραφιών του κ.ο.κ. Συνεπώς, αιτείται την εκλογίκευση της εκ φύσεως άναρχης επέκτασης των ανταγωνιζόμενων δικτύων καταστημάτων, σπρώχνοντας κι αυτή με τις πιέσεις της στη συγκέντρωση του κλάδου, όπως κι όπου μπορεί, «φυσώντας το γιαούρτι» αρκετές φορές, ενθυμούμενη την κάψα του «χυλού» της Μαρινόπουλος.

Κατ’ επέκταση στο αίτημά της συνηγορούν οι λιανέμποροι που εννοούν ότι προηγούνται να επεκτείνουν και να ανακαινίζουν τα δίκτυά τους ως αξιόμαχες μηχανές πωλήσεων, που μέλλουν στο αύριο του λιανεμπορικού χάρτη...


Συστάσεις για εναλλακτικές επενδύσεις
Οι σύμβουλοι που μυκτηρίζουν τους «εμμονικούς με τα πολλά σούπερ μάρκετ» Έλληνες λιανέμπορους, καλώντας τους να κλείσουν σχεδόν το ένα στα τρία, φαίνεται να προσπερνούν το ότι ο πυρετός του «παίχτη» ανεβαίνει όσο η παρτίδα σκληραίνει. Επίσης, φαίνεται εν πρώτοις να αντιλαμβάνονται τη διάταξη και κατανομή των δυνάμεων στο παιχνίδι της αγοράς περίπου ως κατάσταση, επιδεχόμενη την ακινητοποίηση και την επιδιόρθωση με όρους αντικειμενικότητας, εκλογίκευσης κ.ο.κ. Μοιάζει εντέλει να συστήνουν το αιτούμενο του οικονομικού σχεδιασμού, αλλά χωρίς το ιστορικό του υπόβαθρο, τις θεσμικές ρυθμίσεις. Αλλά πρόκειται για λάθος εντύπωση. Ως δάσκαλοι της μετα-μοντέρνας οικονομικής αυτορρύθμισης, προτείνουν προς αποφυγή των άσκοπων θυσιών –διότι η αυτορρύθμιση δημιουργεί εκατόμβες, όποτε οι «εμμονικοί παίκτες» παρακωλύουν με τα καμώματά τους τη «φυσική» τάση της συγκεντροποίησης επιχειρηματικών δομών και κεφαλαίου– τον αναπροσανατολισμό των αναπτυξιακών επενδύσεων κάθε φιλόδοξου λιανέμπορου, είτε στην κατεύθυνση νέων και συνδεμένων με τις τεχνολογίες αιχμής υπηρεσιών του κλάδου είτε σε επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός αυτού.

Το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει προταθεί κατά κόρον τα τελευταία έτη ως ιδέα διεξόδου, αλλά οι σχετικοί πειραματισμοί, πολλώ μάλλον γενόμενοι στην περίοδο της μακράς ύφεσης, έχουν γλίσχρα απόδοση. Έτσι, η μόνη λογικώς πιθανή προοπτική μιας τέτοιας πρότασης δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με την έλευση εξ αλλοδαπής κεφαλαίων στους σχετικούς ή συναφείς τομείς δραστηριοτήτων, με σκοπό τις εφαρμογές μεγάλης κλίμακας, είτε αυτόνομα είτε με τη συμμετοχή εταίρων από την εγχώρια αγορά. Κάτι τέτοιο ασφαλώς θα ποίκιλε και θα εντατικοποιούσε την αναδιάρθρωση συνολικά του ελληνικού λιανεμπορίου, βάζοντας απαραίτητα στο παιχνίδι τον καταναλωτή. Αλλά πώς να μπει στο παιχνίδι ένας καταναλωτής χωρίς λεφτά, σε μια μικρή και αναιμική αγορά, προδικασμένη να κρατήσει μια τέτοια θέση στο διεθνή καταμερισμό; Ποιον θα ενδιέφερε το ρίσκο και γιατί; Δεν μας πείθουν, επομένως, οι σχετικές προβληματικές, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Άρα τι μένει; Ο αλληλοσπαραγμός για την ηγεμονία στον κλάδο μέχρις εσχάτων, με όπλα τις τιμές και τη γεωγραφική διασπορά-πυκνότητα των καταστημάτων!

Ο διπολισμός στο νέο ιστορικό κύκλο του κλάδου
Ο νέος μείζων ιστορικός της κύκλος για τις αλυσίδες του κλάδου μέλλει αναπότρεπτα διπολικός, όπως κάθε φορά που στον ανταγωνισμό υιοθετούνται στρατηγικές πολέμου προς άρση προηγούμενων συμβάσεων modus vivendi. Είναι λοιπόν πρόδηλο ότι τα προς επαναπροσδιορισμό επιχειρηματικά μεγέθη είναι εκείνης ακριβώς της ταχύτητας επιχειρήσεων, από την οποία ρισκάρισαν την απόδραση με άλμα προς την κορυφή η Metro κι η Σκλαβενίτης, γνωρίζοντας ότι ειδάλλως το μέλλον τους θα ενείχε, ίσως, μεγαλύτερο ρίσκο από εκείνο της ευκαιρίας ανάρρησής τους στη χορεία των επικεφαλής. Είναι η ίδια ομάδα, στην οποία σήμερα για τον ίδιο λόγο διεκδικούν μαχητικά να ενταχτούν τρεις τουλάχιστον νέοι «μεσαίοι παίχτες» (Market In, ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός, Bazaar) στο πλάι των δύο εναπομεινάντων ιστορικών (Μασούτης, Πέντε), έχοντας λογικώς στο νου τους πλείστα ενδεχόμενα αναπροσδιορισμού της υπόστασής τους (συγχωνευόμενης, εξαγοραζόμενης, συνεργαζόμενης μετοχικά ή αλλιώς κ.λπ.).

Κάτω από αυτούς η απόσταση από τον έτερο πόλο του διπόλου γίνεται χαώδης, καθώς η μόνη δυνατή μορφή του στον κλαδικό ανταγωνισμό φαίνεται να είναι αυτή μιας ανεστραμμένης σχέσης αναλογίας προς τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού νομείς του συντριπτικού μεγέθους του κλαδικού τζίρου: Μια πλειάδα μικρών και μικρομεσαίων επαγγελματιών της λιανικής θα επιζεί εξαρτημένη κατά μείζονα λόγο από τις χονδρεμπορικές δραστηριότητες των πρώτων, ανταλλάσσοντας την αυτόνομη ύπαρξή της με τον οβολό της στους ισολογισμούς τους (ως χονδρεμπορικού τζίρου και κέρδους) και καλύπτοντας τα κενά, όπου της το επιτρέπουν. Στο πλαίσιο αυτό, όλα τα πιθανά συνεργατικά σχήματα του κάτω πόλου μέλλει κατά λογική συνέπεια να είναι θνησιγενή, καθώς με διαφορετικής διάρκειας κύκλο ζωής το καθένα θα ενσωματώνονται στους κόλπους των ισχυρών ή θα δύουν.

Σε άλλες ευκαιρίες έχουμε σχολιάσει τις ποικίλες σκοτεινές πλευρές της ολιγοπώλησης του κλάδου και εν γένει της οικονομίας, παρά τον λιβανωτό υπέρ των πλεονεκτημάτων της εκ μέρους των εκάστοτε ευνοημένων της ή όσων νομίζουν ότι θα ευνοηθούν. Στην προκειμένη περίπτωση απλώς επισημαίνουμε την αποτελμάτωση τής ήδη επιβραδυμένης κοινωνικής κινητικότητας των νέων επιχειρηματιών προς τα πάνω…

Κινητήριες πολυεθνικές βουλήσεις
Σε γενικές γραμμές αυτό το δίπολο σχήμα έχουν στο νου τους πολλοί προμηθευτές, φρονώντας ότι σύντομα το «μεσαίας ταχύτητας» πελατολόγιό τους θα ρευστοποιηθεί. Τα πράγματα, όμως, δεν έχουν την τάξη των σχηματοποιήσεων, με τις οποίες συλλαμβάνονται. Δύο είναι δυνητικά οι παράγοντες στη ζωή του κλάδου, που καθιστούν το τοπίο της ευεπίφορο στην ασάφεια σε ό,τι αφορά τις δυναμικές συγκρότησης του άνω πόλου. Ο ένας σχετίζεται με τη στρατηγική επέκτασης των δικτύων καταστημάτων των δύο πολυεθνικών εταιρειών της αγοράς μας, των μόνων που συναθροίζουν ετησίως επενδυτικά κεφάλαια περισσότερα από τα μισά του συνόλου της αγοράς. Τούτο αφορά κυρίως την ΑΒ Βασιλόπουλος, αν ληφθεί υπόψιν η κυριολεκτικά ασυναγώνιστη μονοκρατορία της Lidl στον τομέα του discount και η σταθερή επέκταση του μεριδίου και του δικτύου της.

Πράγματι, μόνο η ΑΒ Βασιλόπουλος είναι σε θέση να αναλάβει σήμερα σοβαρή επενδυτική πρωτοβουλία, με σκοπό την «καθαρή» ηγεμονία της (διάβαζε: μέσω εξαγοράς αλυσίδας της «μεσαίας ταχύτητας»), ενόσω οι δύο μεγάλοι ανταγωνιστές της, όντες μάλιστα υπό «πιστοληπτική κόπωση», θα «χωνεύουν» επί μακρόν τα ρίσκα που ήδη ανέλαβαν και διαχειρίζονται. Ο άλλος παράγοντας σχετίζεται με κάθε εναλλακτική πιθανότητα έλευσης επενδυτικού κεφαλαίου εξ αλλοδαπής, διασυνδεμένου με εγχώρια κεφάλαια επιχειρηματιών του κλάδου, με αποστολή τη συγκέντρωση των δομών τους υπό πολυεθνικό μάνατζμεντ. Και στις δύο περιπτώσεις είναι προφανές ότι οι δυνητικές επιδράσεις και μεταβολές στον κλάδο δεν θα περιοριστούν στο «μεσαίας ταχύτητας» δυναμικό του…

Το ενδεχόμενο εκδήλωσης ενδιαφέροντος για επιχειρηματικές συμπράξεις κάθε είδους στον άνω πόλο εκ μέρους ελληνικών αλυσίδων θα μπορούσε ασφαλώς να είναι ένας τρίτος παράγοντας. Απλώς τον σημειώνουμε, για να μην τον αποκλείσουμε, εφόσον δοθείσης κάθε ευκαιρίας τις συμπράξεις τις αποκλείουν οι ίδιοι οι επιχειρηματίες, άλλοτε απερίφραστα κι άλλοτε σιωπηρά.

Αντί συμπεράσματος
Τα μόνα χρόνια στη διάρκεια της μακράς περιόδου της ύφεσης, στα οποία καταγράφηκε μια, φαινομενική έστω, κάμψη του αθροιστικού δυναμικού των καταστημάτων των πιο πολυάριθμων δικτύων του κλάδου, ήταν το 2010 και το 2016. Η άμεση εγγραφή των καταστημάτων Dia στο δυναμικό της Carrefour Μαρινόπουλος στην πρώτη περίπτωση και των σούπερ μάρκετ της τελευταίας στο δυναμικό της νέας Σκλαβενίτης στη δεύτερη περίπτωση, μείον τα «λουκέτα» στα μη αποδοτικά ή «κανιβαλικά» καταστήματα για τους νέους τους ιδιοκτήτες, συν οι εγκαινιάσεις νέων καταστημάτων απ’ όλες τις άλλες μεγάλες αλυσίδες… κι ο αριθμός των σούπερ μάρκετ της εγχώριας κλαδικής πιάτσας, κρίση-ξεκρίση, αποκαταστάθηκε μια χαρά! Υποθέτουμε ότι οψέποτε αρχίσει να μην αποκαθίσταται πλήρως μετά από μεγάλες εξαγορές και συγχωνεύσεις, θα ξέρουμε πως αυτό είναι όχι απλά δείγμα, αλλά τεκμήριο ολιγοπώλησης της κλαδικής αγοράς. Το μόνο βέβαιο ήδη τώρα –και πολύ περισσότερο τότε– σχετικά με το τι καταστήματα ανοίγουν ή κλείνουν στον «κάτω πόλο» είναι ότι δεν ανησυχεί κανένας μεγαλο-λιανέμπορος ή προμηθευτής…

σελφ σερβις (T. 480)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION