σελφ σερβις - Η ύφεση σαν θέατρο επενδύσεων

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2020

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Η ύφεση σαν θέατρο επενδύσεων

25 Ιουνίου 2019 | 09:39 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Βιομηχανία,Επενδύσεις,Τάσεις

Σύμφωνα με την ανάλυση των ισολογισμών των αλυσίδων σούπερ μάρκετ («Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ»), οι επενδύσεις του κλάδου την περίοδο 2013-2017 ξεπέρασαν τα 1,2 δισ. ευρώ, όπως δημοσιεύσαμε στο τεύχος Μαρτίου. Αν ληφθούν υπόψιν οι ανακοινώσεις της Lidl, που δεν δημοσιεύει ισολογισμό, κατά τις οποίες επενδύει ετησίως περί τα 100 εκατ. ευρώ, τότε το ετήσιο επενδυτικό «αποτύπωμα» του κλάδου στην πενταετία υπερβαίνει τα 1,7 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, η κατά μέσο όρο ετήσια επενδυτική επίδοσή του τα τελευταία χρόνια κυμαίνεται γύρω στα 340 εκατ. ευρώ! Πώς δικαιολογείται το ύψος των εν λόγω επενδύσεων σε περίοδο επενδυτικής άπνοιας και αποεπένδυσης;

Tο μέγεθος είναι εκπληκτικό πρώτα απ’ όλα στη σύγκρισή του λ.χ. με το καθαρό περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ, που είναι γλίσχρο σε σχέση με άλλων κλάδων της οικονομίας. Θυμίζουμε ότι στην καλύτερη περίπτωση το 2016 διαμορφώθηκε στο 3,43% επί του τζίρου τους και στη χειρότερη στο 0,84% το 2017 (κυρίως λόγω αναμενόμενων ζημιών της ΕΥΣ). Πάντως, είτε λάβουμε υπόψιν ως γνώμονα συγκρίσεων τον τζίρο των 36 αλυσίδων του «Πανοράματος» (παραδειγματικά για τη διετία 2016-2017: 7,79 δισ. ευρώ το 2016 και 8,37 δισ. ευρώ το 2017 μη περιλαμβανομένου του τζίρου της Lidl) είτε τη σχετική μέτρησή του από τη Nielsen (10,18 δισ. ευρώ το 2016 και 10,29 δισ. ευρώ το 2017 στο σύνολο του κλάδου), τα ετήσια κέρδη των αλυσίδων είναι από ασύγκριτα χαμηλότερα των ετήσιων επενδύσεών τους έως περίπου ίσα προς αυτές. Δηλαδή, στην καλύτερη περίπτωση κερδοφορίας, το 2016, τα κέρδη τους έφτασαν τα 267,17 εκατ. ευρώ κατά την ανάλυση του «Πανοράματος», ενώ η αναγωγή του ποσοστού κέρδους αυτής της χρονιάς (3,43%) στο μέγεθος του κλαδικού τζίρου κατά τη Nielsen (10,18 δισ. ευρώ) δείχνει τα κέρδη τους ίσα προς τις μέσες ετήσιες επενδύσεις τους (τα 340 εκατ. ευρώ).

Η επενδυτική τάση των επιχειρήσεων του κλάδου ως ένα βαθμό ανακλάται φυσικά στο μακροχρόνιο δανεισμό τους, ο οποίος από τα 600 εκατ. ευρώ την πρώτη χρονιά της περιόδου 2013-2017, έφτασε το 2015 το ναδίρ του στα 403 εκατ. ευρώ, για να εκτιναχτεί στα 1,5 δισ. ευρώ το 2017, ασφαλώς λόγω της μείζονος «αλλαγής χεριών» εταιρικών περιουσιών και υποχρεώσεων. Αλλά το πιο εκπληκτικό σε πρώτη ανάγνωση είναι ότι ο επενδυτικός πυρετός των επιχειρήσεων του κλάδου ανέβηκε ακριβώς στη μακρά περίοδο της επενδυτικής άπνοιας και αποεπένδυσης στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή την περίοδο της εφαρμογής των μνημονιακών προγραμμάτων της εσωτερικής υποτίμησης. Ενδεικτικά, παίρνοντας ως έτος βάσης το προϋφεσιακό 2007, οπότε οι επενδύσεις έφτασαν το 27,13% του ΑΕΠ, το 2013 το ποσοστό τους καταβαραθρώθηκε στο 11,6%, το 2015 έπεσε ακόμα χαμηλότερα στο 10,21%, για ν’ ανακάμψει κάπως το 2017 στο 12,5% του ΑΕΠ.

Ο επενδυτικός πυρετός της συγκεντροποίησης
Σε τι συνίσταται ο επενδυτικός πυρετός των σούπερ μάρκετ; Ήδη στο τεύχος 480 του σελφ σέρβις (Φεβρουάριος 2018) διαπιστώναμε κατόπιν μελέτης ότι περισσότερο από το ένα τρίτο του αριθμού των καταστημάτων του κλάδου στη διάρκεια της περιόδου 2010-2017 άλλαξαν χέρια έστω μία φορά (άνω των 700 ως σήμερα), ενώ οι αλλαγές ιδιοκτησίας των καταστημάτων σε αριθμό (μία, δύο ή περισσότερες φορές –κι όσες οι φορές, τόσες κι οι ανακαινίσεις τους) φτάνουν, αν δεν υπερβαίνουν, το ήμισυ του συνολικού αριθμού τους! Ο δε συνολικός αριθμός των καταστημάτων του κλάδου, διαπιστώναμε, δεν διαφοροποιήθηκε αξιοσημείωτα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μολονότι στη δημόσια συζήτηση «ωριμάζει» η παραδοχή ότι το λιτοδίαιτο ελληνικό καταναλωτικό πρότυπο, όπως το μορφοποίησε η δημοσιονομική πειθαρχία, δεν αιτιολογεί τόσο μεγάλο αριθμό καταστημάτων. Επίσης, διαπιστώναμε ότι τα μεγαλύτερα δίκτυα του κλάδου στην ίδια περίοδο «έστησαν» με τα νέα τους καταστήματα τη μεγαλύτερη ολοκαίνουργη αλυσίδα της αγοράς: 380 καταστήματα! Με άλλα λόγια, το ένα στα πέντε σούπερ μάρκετ σήμερα είναι μαγαζί των τελευταίων οκτώ-εννιά ετών!

Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι η οικονομική κρίση επέβαλε την επιχειρηματική συγκεντροποίηση στον κλάδο, μέσω πτωχεύσεων και εξαγορών, ανεβάζοντας τον επενδυτικό πυρετό ως σύμπτωμα και αντίτιμό της. Πράγματι, ο συνδυασμός της κρίσης των τραπεζών και της εσωτερικής υποτίμησης κατέστρεψε όσες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και πρωτοκλασάτες, βάσισαν την ανάπτυξή τους στο προϋφιστάμενο μοντέλο της πιστωτικής επέκτασης και, ανεβάζοντας στην ηγεμονία του κλάδου τις άλλοτε «συντηρητικές» και χαμηλότερης θέσης στην κατάταξη εταιρείες, μεγεθυμένες με τα ράκη των πτωχευμένων, σε συνθήκες θεσμοποιημένης αναιμίας της ζήτησης ενέτεινε και οξύνει περαιτέρω τον ανταγωνισμό στη φτήνια των τιμών πώλησης και, ταυτόχρονα, στην επέκταση των δικτύων διανομής. Κι αν μεν αυτό που λένε συχνά οι λιανέμποροι, «επενδύουμε στις εκπτώσεις τιμών ραφιού από τα κέρδη μας», δεν είναι κάτι περισσότερο από ευφημισμός του κόστους του ανταγωνισμού τους, οι επενδύσεις τους στα δίκτυα διανομής και τις υποδομές εκσυγχρονισμού τους είναι τόσο κυριολεκτικές όσο και ανελαστικές. Διότι το παιχνίδι της γεωγραφικής επέκτασης μέσω εξαγορών κι ανακαινίσεων, δημιουργίας νέων καταστημάτων εταιρικών ή franchising προσθέτει τζίρο και ανταγωνιστική ισχύ, που αλλιώς επ’ ουδενί λόγω θα προκύπταν –η ετήσια ανάπτυξη των δικτύων σε συγκρίσιμη βάση συνήθως έχει αρνητικό πρόσημο και ενίοτε ο αριθμός, που έπεται του προσήμου, φέρνει ρίγη. Και διότι το παιχνίδι της ανταγωνιστικής επιβίωσης, που ωθεί ακατάπαυστα σε ανάπτυξη μέσω επενδύσεων, είναι κάτι σαν το πεντάλ του ποδηλάτου: Άμα σταματήσει να γυρνά στην ανηφοριά της αναιμικής ζήτησης, ο αναβάτης τρώει τα μούτρα του. Η αλήθεια είναι ότι το νέο, το εξαγορασμένο και το ανακαινισμένο κατάστημα ισοφαρίζουν την αρνητική οργανική ανάπτυξη. Αλλά υπάρχει και μια «πικρή αλήθεια»: Ότι η επέκταση με σούπερ μάρκετ λελογισμένου λειτουργικού κόστους (δηλαδή όχι μικρά) έχει πλέον φτάσει στα όριά της...

Tο μέγεθος είναι εκπληκτικό πρώτα απ’ όλα στη σύγκρισή του λ.χ. με το καθαρό περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ, που είναι γλίσχρο σε σχέση με άλλων κλάδων της οικονομίας. Θυμίζουμε ότι στην καλύτερη περίπτωση το 2016 διαμορφώθηκε στο 3,43% επί του τζίρου τους και στη χειρότερη στο 0,84% το 2017 (κυρίως λόγω αναμενόμενων ζημιών της ΕΥΣ). Πάντως, είτε λάβουμε υπόψιν ως γνώμονα συγκρίσεων τον τζίρο των 36 αλυσίδων του «Πανοράματος» (παραδειγματικά για τη διετία 2016-2017: 7,79 δισ. ευρώ το 2016 και 8,37 δισ. ευρώ το 2017 μη περιλαμβανομένου του τζίρου της Lidl) είτε τη σχετική μέτρησή του από τη Nielsen (10,18 δισ. ευρώ το 2016 και 10,29 δισ. ευρώ το 2017 στο σύνολο του κλάδου), τα ετήσια κέρδη των αλυσίδων είναι από ασύγκριτα χαμηλότερα των ετήσιων επενδύσεών τους έως περίπου ίσα προς αυτές. Δηλαδή, στην καλύτερη περίπτωση κερδοφορίας, το 2016, τα κέρδη τους έφτασαν τα 267,17 εκατ. ευρώ κατά την ανάλυση του «Πανοράματος», ενώ η αναγωγή του ποσοστού κέρδους αυτής της χρονιάς (3,43%) στο μέγεθος του κλαδικού τζίρου κατά τη Nielsen (10,18 δισ. ευρώ) δείχνει τα κέρδη τους ίσα προς τις μέσες ετήσιες επενδύσεις τους (τα 340 εκατ. ευρώ).

Η επενδυτική τάση των επιχειρήσεων του κλάδου ως ένα βαθμό ανακλάται φυσικά στο μακροχρόνιο δανεισμό τους, ο οποίος από τα 600 εκατ. ευρώ την πρώτη χρονιά της περιόδου 2013-2017, έφτασε το 2015 το ναδίρ του στα 403 εκατ. ευρώ, για να εκτιναχτεί στα 1,5 δισ. ευρώ το 2017, ασφαλώς λόγω της μείζονος «αλλαγής χεριών» εταιρικών περιουσιών και υποχρεώσεων. Αλλά το πιο εκπληκτικό σε πρώτη ανάγνωση είναι ότι ο επενδυτικός πυρετός των επιχειρήσεων του κλάδου ανέβηκε ακριβώς στη μακρά περίοδο της επενδυτικής άπνοιας και αποεπένδυσης στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή την περίοδο της εφαρμογής των μνημονιακών προγραμμάτων της εσωτερικής υποτίμησης. Ενδεικτικά, παίρνοντας ως έτος βάσης το προϋφεσιακό 2007, οπότε οι επενδύσεις έφτασαν το 27,13% του ΑΕΠ, το 2013 το ποσοστό τους καταβαραθρώθηκε στο 11,6%, το 2015 έπεσε ακόμα χαμηλότερα στο 10,21%, για ν’ ανακάμψει κάπως το 2017 στο 12,5% του ΑΕΠ.

Ο επενδυτικός πυρετός της συγκεντροποίησης
Σε τι συνίσταται ο επενδυτικός πυρετός των σούπερ μάρκετ; Ήδη στο τεύχος 480 του σελφ σέρβις (Φεβρουάριος 2018) διαπιστώναμε κατόπιν μελέτης ότι περισσότερο από το ένα τρίτο του αριθμού των καταστημάτων του κλάδου στη διάρκεια της περιόδου 2010-2017 άλλαξαν χέρια έστω μία φορά (άνω των 700 ως σήμερα), ενώ οι αλλαγές ιδιοκτησίας των καταστημάτων σε αριθμό (μία, δύο ή περισσότερες φορές –κι όσες οι φορές, τόσες κι οι ανακαινίσεις τους) φτάνουν, αν δεν υπερβαίνουν, το ήμισυ του συνολικού αριθμού τους! Ο δε συνολικός αριθμός των καταστημάτων του κλάδου, διαπιστώναμε, δεν διαφοροποιήθηκε αξιοσημείωτα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μολονότι στη δημόσια συζήτηση «ωριμάζει» η παραδοχή ότι το λιτοδίαιτο ελληνικό καταναλωτικό πρότυπο, όπως το μορφοποίησε η δημοσιονομική πειθαρχία, δεν αιτιολογεί τόσο μεγάλο αριθμό καταστημάτων. Επίσης, διαπιστώναμε ότι τα μεγαλύτερα δίκτυα του κλάδου στην ίδια περίοδο «έστησαν» με τα νέα τους καταστήματα τη μεγαλύτερη ολοκαίνουργη αλυσίδα της αγοράς: 380 καταστήματα! Με άλλα λόγια, το ένα στα πέντε σούπερ μάρκετ σήμερα είναι μαγαζί των τελευταίων οκτώ-εννιά ετών!

Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι η οικονομική κρίση επέβαλε την επιχειρηματική συγκεντροποίηση στον κλάδο, μέσω πτωχεύσεων και εξαγορών, ανεβάζοντας τον επενδυτικό πυρετό ως σύμπτωμα και αντίτιμό της. Πράγματι, ο συνδυασμός της κρίσης των τραπεζών και της εσωτερικής υποτίμησης κατέστρεψε όσες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και πρωτοκλασάτες, βάσισαν την ανάπτυξή τους στο προϋφιστάμενο μοντέλο της πιστωτικής επέκτασης και, ανεβάζοντας στην ηγεμονία του κλάδου τις άλλοτε «συντηρητικές» και χαμηλότερης θέσης στην κατάταξη εταιρείες, μεγεθυμένες με τα ράκη των πτωχευμένων, σε συνθήκες θεσμοποιημένης αναιμίας της ζήτησης ενέτεινε και οξύνει περαιτέρω τον ανταγωνισμό στη φτήνια των τιμών πώλησης και, ταυτόχρονα, στην επέκταση των δικτύων διανομής. Κι αν μεν αυτό που λένε συχνά οι λιανέμποροι, «επενδύουμε στις εκπτώσεις τιμών ραφιού από τα κέρδη μας», δεν είναι κάτι περισσότερο από ευφημισμός του κόστους του ανταγωνισμού τους, οι επενδύσεις τους στα δίκτυα διανομής και τις υποδομές εκσυγχρονισμού τους είναι τόσο κυριολεκτικές όσο και ανελαστικές. Διότι το παιχνίδι της γεωγραφικής επέκτασης μέσω εξαγορών κι ανακαινίσεων, δημιουργίας νέων καταστημάτων εταιρικών ή franchising προσθέτει τζίρο και ανταγωνιστική ισχύ, που αλλιώς επ’ ουδενί λόγω θα προκύπταν –η ετήσια ανάπτυξη των δικτύων σε συγκρίσιμη βάση συνήθως έχει αρνητικό πρόσημο και ενίοτε ο αριθμός, που έπεται του προσήμου, φέρνει ρίγη. Και διότι το παιχνίδι της ανταγωνιστικής επιβίωσης, που ωθεί ακατάπαυστα σε ανάπτυξη μέσω επενδύσεων, είναι κάτι σαν το πεντάλ του ποδηλάτου: Άμα σταματήσει να γυρνά στην ανηφοριά της αναιμικής ζήτησης, ο αναβάτης τρώει τα μούτρα του. Η αλήθεια είναι ότι το νέο, το εξαγορασμένο και το ανακαινισμένο κατάστημα ισοφαρίζουν την αρνητική οργανική ανάπτυξη. Αλλά υπάρχει και μια «πικρή αλήθεια»: Ότι η επέκταση με σούπερ μάρκετ λελογισμένου λειτουργικού κόστους (δηλαδή όχι μικρά) έχει πλέον φτάσει στα όριά της...


Η κρίσιμη ανισότητα των επενδυτικών κομποδεμάτων
Υπάρχει, άραγε, κάτι περισσότερο, που οιστρηλατεί τις διοικήσεις των αλυσίδων, να επενδύουν στην επέκταση των δικτύων με το πάθος του παίχτη, που παίζει τα ρέστα του; Ας δούμε τα δεδομένα: Η ΕΥΣ φέτος ολοκληρώνει ένα διετές επενδυτικό πλάνο περίπου 75 εκατ. ευρώ. Η ΑΒ Βασιλόπουλος κάθε χρόνο επενδύει κατά μέσο όρο περίπου 70 εκατ. ευρώ. Η Lidl για φέτος ανακοίνωσε επενδύσεις 120 εκατ. ευρώ αντί των 100 εκατ. ευρώ ετησίως τα προηγούμενα χρόνια (αν και, πιθανώς, μάλλον συμποσούνται στην αντίληψη της διοίκησής της οι επενδύσεις σε υποδομές, μάρκετινγκ και ορισμένως σε εκπτώσεις τιμών...). Η Metro στην πενταετία 2014-2018 επένδυσε αθροιστικά 412 εκατ. ευρώ (δηλ. κατά μέσο όρο 84,4 εκατ. ευρώ ετησίως, χωρίς ειδική αναφορά στο φετινό της πλάνο). Η Μασούτης φέτος θα επενδύσει στο δίκτυό της περί τα 20 εκατ. ευρώ και αντίστοιχα η Πέντε 30 εκατ. ευρώ στη διετία 2019-2020. Η Market In, με βάση τα στοιχεία της πενταετίας, επενδύει ετησίως στο δίκτυό της περί τα 6 εκατ. ευρώ και αντίστοιχα η Bazaar γύρω στα 5,5 εκατ. ευρώ. Το άθροισμα των εν λόγω μεγεθών (με την υπόθεση ενός εύλογου ύψους επενδύσεων φέτος εκ μέρους των Metro και ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός) δίνει όντως μια τιμή πάνω-κάτω αντίστοιχη των 340 εκατ. ευρώ. Αλλά το ζήτημα είναι ότι το επενδυτικό κομπόδεμα των δύο πολυεθνικών εταιρειών του κλάδου είναι σαφώς βαρύτερο και από των επτά μαζί μεγαλύτερων ελληνόκτητων αλυσίδων, δηλαδή 190 εκατ. ευρώ έναντι 150 εκατ. ευρώ, ενόσω οι επενδύσεις των επτά μέλλουν ελαττωμένες, τουλάχιστον μέχρι να «χωνευτούν» τα επενδυτικά ρίσκα των μεγάλων εξαγορών της πενταετίας. Με δεδομένη τη στρατηγική αξίωση των πολυεθνικών εταιρειών για πρωτοκαθεδρία στη νομή των εθνικών αγορών που δραστηριοποιούνται, ειδικά όταν πρόκειται για μικρές αγορές όπως η ελληνική (ειδάλλως η εγκατάστασή τους δεν έχει νόημα για τις μητρικές), αλλά και του μεγέθους της πιστωτικής τους άνεσης κι αρματωσιάς για να την ικανοποιήσουν, είναι απολύτως εύλογος ο επενδυτικός οίστρος και των «προελαυνόντων» και των «αμυνομένων». Και επειδή ακριβώς αυτή η πρωτοκαθεδρία ανήκει ακόμα στους «αμυνόμενους» (που ήταν οκτώ κι άλλοτε εννιά και δέκα κι είναι ερώτημα ανοιχτό πόσοι και ποιοι απ’ τους επτά θα μείνουν), σύμπας ο κλάδος θα συνεχίσει να ομνύει στις αρετές του επενδύειν, επενδύοντας όλο και περισσότερα στη φτήνια των τιμών και στο μάρκετινγκ, καθώς, ενώ η επέκταση των δικτύων θα χτυπά άπαντες στην αχίλλειο πτέρνα του λειτουργικού κόστους, ο ανταγωνισμός για την κυριαρχία θα οξύνεται. Φυσικά, οι διαμαρτυρίες των προμηθευτών θα αυξάνουν...

Το επαχθές μέρος του κόστους της εσωτερικής υποτίμησης για τη βιομηχανία
Οι προμηθευτές, που λένε κι αυτοί «επενδύουμε στις εκπτώσεις τιμών των προϊόντων μας, μειώνοντας τα κέρδη μας», πράγμα που επίσης είναι επικοινωνιακός ευφημισμός του κόστους της εσωτερικής υποτίμησης, που το πληρώνουν εκόντες άκοντες με τα προωθητικά τους προγράμματα, βλέπουν ότι ο επενδυτικός ανταγωνισμός των λιανεμπόρων, τόσο στα δίκτυα διανομής όσο και στις τιμές, προσαυξάνει επαχθώς γι’ αυτούς το εν λόγω κόστος. Το επαχθές μέρος του, λοιπόν, αρχίζει να φαίνεται όλο και καθαρότερα στο μεταίχμιο της μεταμόρφωσης των επενδύσεων των αλυσίδων από επενδύσεις στις υποδομές (δίκτυα) σε επενδύσεις στις τιμές. Ποιος το ορίζει αυτό το μεταίχμιο; Μα η «ωρίμαση» των δικτύων μετά τις πολλές «αλλαγές χεριών» των καταστημάτων και τις εγκαινιάσεις νέων, μέσα στο περιβάλλον μιας νέας πλην λιτοδίαιτης κανονικότητας της ζήτησης.

Πράγματι, μέχρι πρότινος οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στη λιανική έδιναν την υπόσχεση στη βιομηχανία για τη μείωση των επισφαλειών της και την εξυγίανση της διανομής από το παθογόνο εμπορεύεσθαι της πιστωτικής επέκτασης και γι’ αυτό συγκατατίθετο στην πληρωμή του έμμεσου γι’ αυτήν κόστους (αλλά και του άμεσου –ποιος ξεχνά τα «κουρέματα» οφειλών;), πνίγοντας τη δυσφορία της. Συνάμα το νέο κατάστημα (νεόδμητο ή ανακαινισμένο, κατόπιν εξαγοράς ή όχι) ακόμα υπόσχεται στον προμηθευτή ταχεία ροή πωλήσεων μεσοπρόθεσμα, μολονότι είναι αβέβαιο ότι ισοφαρίζει τις αυξημένες για μια τέτοια ροή παροχές του στο λιανέμπορο, απλώς και μόνο διότι σε μια μη επεκτατική ζήτηση το μόνο που επιτυγχάνεται έτσι, είναι μια αναδιανομή των πωλήσεών του μεταξύ παλιού και καινούργιου καταστήματος διαφορετικών επωνυμιών.

Η συγκυρία της ύφεσης μπορεί, λοιπόν, να έκανε ανεκτή από τη βιομηχανία την ως τώρα ιλιγγιώδη ανάλωση χρήματος σ’ ένα κλαδικό δίκτυο διανομής-καταβόθρα πόρων –βελτιωμένο μεν πια ως «μηχανή πωλήσεων» και πιο έγκυρο ως πεδίο συναλλαγών πλην πανάκριβο για την αποδοτικότητά του–, αλλά στο εξής όχι. Ήδη η βιομηχανία φαίνεται πως όλο και πιο δύσκολα καταπίνει το να είναι η πρωτοβουλία του promotion των δικών της προϊόντων στα χέρια του λιανεμπορικού ανταγωνισμού, δηλαδή το να εργαλειοποιείται κατά το ανταγωνιστικό δοκούν καθενός πελάτη της, και δεν το κρύβει. Κι ας την προκαλούν οι λιανέμποροι, εγκαλώντας την και δημόσια για τη συγκριτικά υψηλότερη κερδοφορία της, άρα για την υποτιθέμενη (κατ’ αυτούς) υποχρέωσή της να «συνεπενδύει» μαζί τους, μέσω της πριμοδότησης του δικού τους ανταγωνισμού, υπέρ του ακούσιου χορηγού πάντων των επενδύσεων, του καταναλωτή.

Υποσημείωση προμηνυμάτων
Η ασυμμετρία ισχύος των συμφερόντων μέσα στους κόλπους της βιομηχανίας, αντίστοιχη της ομόλογης ασυμμετρίας στους κόλπους της οργανωμένης λιανικής, περιπλέκει ασφαλώς τα πράγματα, με ποικίλες επιπτώσεις στους πιο αδύναμους των δύο πλευρών της αγοράς, δηλαδή τους Έλληνες βιομήχανους και λιανέμπορους και δη κάνοντας μαρτυρικές τις μεταξύ τους σχέσεις συνεργασίας πριν δοκιμαστούν μέχρι εξουθενώσεως αμφότεροι. Δεν θα λείψουν οι αφορμές να επανέλθουμε σε αυτά, είναι σίγουρο. Υποσημειώνουμε, πάντως, δύο σχετικά προμηνύματα: Το πρώτο είναι η αφύπνιση ενός «επιχειρηματικού πατριωτισμού» μεταξύ των Ελλήνων βιομηχάνων, που συνειδητοποιούν τη θέση αδυναμίας του εγχώριου επιχειρείν περισσότερο απ’ όσο οι Έλληνες λιανέμποροι. Το δεύτερο είναι ότι μάλλον τα βιομηχανικά συμφέροντα είναι αυτά, που έχουν λόγο να προσβλέπουν περισσότερο από κάθε άλλον στην έλευση της εποχής του online grocery και της ρομποτικής που το συνοδεύει. Όχι γιατί θα εκλείψει η βιτρίνα του φυσικού καταστήματος και οι παροχές στους λιανέμπορους, αλλά γιατί μόνο η βιομηχανικού τύπου τεχνική οργάνωση της διανομής μπορεί ν’ αυξήσει το βιομηχανικό κέρδος.

σελφ σερβις (T. 495)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2020 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION