σελφ σερβις - 2009-2018: Δέκα χρόνια μεταμορφώσεων

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

2009-2018: Δέκα χρόνια μεταμορφώσεων

7 Ιανουαρίου 2020 | 09:31 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Αγορά,Έρευνα

Στα δέκα χρόνια μεταμορφώσεων της προνύμφης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης πρώτα σε χρυσαλλίδα κρίσης δημόσιου χρέους κι ύστερα σε πεταλούδα κρίσης και του ιδιωτικού χρέους στον τόπο μας μεταμορφώθηκε εν παραλλήλω κι ο εγχώριος κλάδος της οργανωμένης λιανικής και χονδρικής.

Η τάση συγκεντροποίησης κεφαλαίων και συγκέντρωσης των δομών του επιταχύνθηκε βίαια, σαρώνοντας τις οκτώ από τις δεκαοκτώ ακμαιότερες επωνυμίες αλυσίδων στην έναρξη της περιόδου, με όρους ευρείας αναδιάταξης των θέσεων στην κατάταξη ισχύος των εναπομεινάντων επιχειρηματικών σχημάτων, και τείνοντας σχεδόν στο διπλασιασμό του αθροιστικού μεριδίου των τεσσάρων πρώτων στον κλαδικό τζίρο, μεριδίου που σήμερα ανέρχεται περίπου στο 75%. Η διαδικασία αυτή, ενόσω δεν έχει πάψει να σαρώνει κυρίως τις τοπικές αλυσίδες, συνέβη υπό συνθήκες εφαρμογής των πολιτικών «εσωτερικής υποτίμησης», δηλαδή περιστολής της ζήτησης, μείωσης του τζίρου και οριακής ανάπτυξής του μόλις την τελευταία διετία, αλλά με όρους όχι μόνο διατήρησης του συνολικού πλήθους των εμπορικών μονάδων του κλάδου περίπου στο μέγεθος των αρχών της εξεταζόμενης δεκαετίας, αλλά και αύξησης των τετραγωνικών μέτρων των χώρων πωλήσεων, άρα μείωσης της απόδοσής τους ανά τετραγωνικό μέτρο. Καμία έκπληξη!

Ως βάση των προσεγγίσεών μας αξιοποιήσαμε συνδυαστικά δύο πηγές δεδομένων: Της ετήσιας έκδοσής μας «Το Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ» και της IRI Hellas. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνουμε στον αναγνώστη να μελετήσει τα στοιχεία των παρατιθέμενων πινάκων, λαμβάνοντας υπόψιν τις επισημάνσεις και την επιχειρηματολογία των σχολίων που τους συνοδεύουν αυτοτελώς, καθώς το παρόν συνοδευτικό κείμενο δεν θα μπορούσε παρά να πορίζεται από αυτά, συμπεραίνοντας βάσει των προβολών τους.

Η κρίση σε ρόλο Κίρκης: Η μεταμόρφωση της αγοράς
Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι ήδη η ελληνική οικονομική ύφεση προδρομικά της χρηματοπιστωτικής κρίσης και εν συνεχεία ως εγχώρια δομική κρίση και «εσωτερική υποτίμηση», άρα ως μακροπρόθεσμη κρίση της ζήτησης, επέβαλε την συγκεντροποίηση κεφαλαίου στον κλάδο, καθώς, πρώτον, «έδιωξε» όσα πολυεθνικά επιχειρηματικά σχήματα είτε δεν είχαν προλάβει να πρωταγωνιστήσουν στην εθνική αγορά (Plus, Aldi, Makro) είτε επρόκειτο να πληρώσουν ασύμφορα υψηλό τίμημα για τον πρωταθλητισμό τους σ’ αυτήν, αν παρέμεναν (Carrefour). Από αυτή την άποψη είναι φανερό ότι οι δύο εναπομείναντες διεθνείς επενδυτές στην Ελλάδα, οι Ahold-Delhaize και Lidl, παραμένουν με σκοπό την κυριαρχία στη νομή του κλαδικού τζίρου. Ειδάλλως η εδώ δράση τους στερείται νοήματος. Ήδη οι δύο αλυσίδες ελέγχουν αθροιστικά περισσότερο από το ένα τρίτο του κλαδικού τζίρου, κάνοντας ετήσιες επενδύσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ το άθροισμα των επενδύσεων όλων μαζί των ελληνικών αλυσίδων, ενώ η κερδοφορία τους είναι αξιοζήλευτη. Για τη μία το ξέρουμε θετικά πως είναι η υψηλότερη μεταξύ των μεγάλων ανταγωνιστών της, ενώ της άλλης το διαβεβαιώνει η μονοπωλιακή θέση της στο discount.

Η οικονομική κρίση, δεύτερον, επέβαλε τη συγκεντροποίηση αφενός, καταστρέφοντας όσες επιχειρήσεις βάσιζαν την ανάπτυξή τους στην πιστωτική επέκταση και τα διοικητικά της ήθη –κι αυτό ανεξαρτήτως μεγέθους, ιστορικότητας, ισχύος επιβολής και κύρους καθεμιάς– και αφετέρου, ανεβάζοντας στην ηγεμονία του κλάδου τους άλλοτε «δευτερανταγωνιστές», παραδοσιακά «συντηρητικούς» θιασώτες της επέκτασης με ιδίους πόρους. Έτσι, έκλεισε ένας μείζων κύκλος στην ιστορία της οργανωμένης λιανικής του τόπου μας, στο τέλος του οποίου άπαντες οι παραμένοντες στο παιχνίδι είναι δοκιμασμένοι στην «οικονομία πολέμου», δηλαδή τη σφικτή διαχείριση, με ελεγχόμενο ή μηδενικό δανεισμό κ.λπ. Ειρήσθω εν παρόδω οφείλουμε την επισήμανση, πάντως, ειδικά σε όσους αρέσκονται στην ηθικοποίηση των συνεπειών της κρίσης, ότι οι μείζονες πεπτωκότες του κλάδου (προπάντων η Μαρινόπουλος) υπήρξαν στυλοβάτες του ελληνικού επιχειρηματικού πρωταθλητισμού, μέσω διογκούμενου δανεισμού κατά τα κελεύσματα του κυρίαρχου προτύπου οικονομικής ανάπτυξης παντού στη Δύση από τη δεκαετία του ‘90. Απόδειξη κύρους των επιλογών τους ήταν η ανοχή των προμηθευτών στις εις βάρος τους καταχρηστικές καθυστερήσεις πληρωμών, ήτοι στην άτυπη και παθογόνο πλην εθιμικά κατοχυρωμένη πριμοδότηση των «εθνικών πρωταθλητών»...

Εντέλει η επίκληση του «εξυγιαντικού» χαρακτήρα της συγκέντρωσης της αγοράς δε λέει σπουδαία πράγματα για την επιχειρηματική αρετή –όχι μόνο γιατί προγενέστερα ταυτίστηκε με τα εκ των υστέρων αναγνωριζόμενα ως «άφρονα» ρίσκα, αλλά γιατί μεθεορτίως συμβιβάστηκε με τη μεταβίβαση στο άψε σβήσε ολόκληρων περιουσιών κατά τη λογική του «πάρ’ τα όλα» επ’ ονόματι των επιπτώσεων της καταστροφής τους, επίσης με υψηλό ρίσκο για τους επωφελούμενους...

Ό,τι «μικρό» αναλώνει η ύφεση, επανέρχεται προσαυξημένο
Η ασυγκράτητη ροπή της συγκεντροποίησης κεφαλαίου στον κλάδο τα τελευταία χρόνια, που μεταλλάσσει επιταχυνόμενα και με όρους τυχερού παιγνίου τη δομή του σε ολιγαρχική-ολιγοπωλιακή, είναι καρπός της μακρόχρονης ύφεσης, της πτώσης και της στασιμότητας του τζίρου. Αυτός μόλις το 2018 επανήλθε στα όρια των επιδόσεων του κλάδου το 2015 ως αποτέλεσμα και μόνο της αναμενόμενης επανεισροής πελατών στα νεκραναστημένα καταστήματα του δικτύου άλλοτε της Μαρινόπουλος υπό την ΕΥΣ. Φέτος την αισιοδοξία ότι οι πωλήσεις θα εξελίσσονταν καλύτερα απ’ όσο ειδικά στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, την ανέκοψε η διαπίστωση ότι ο καταναλωτής δεν ψωνίζει περισσότερο απ’ όσο προ της μείωσης του ΦΠΑ την άνοιξη, πράγμα που ενίσχυσε εκ νέου την προωθητική ένταση στις αίθουσες πωλήσεων και ανέκοψε τις μικρές πληθωριστικές τάσεις στην αγορά του κλάδου. Όχι τυχαία η IRI προσδιορίζει το ρυθμό ανάπτυξης των πωλήσεων το 2020 γύρω στο 1,4%, ενόσω μέχρι την παρέλευση του πρώτου πενταμήνου της νέας χρονιάς (έως ότου δηλαδή επιτευχθεί απόλυτη συγκρισιμότητα των στοιχείων πωλήσεων, με το κλείσιμο ενός έτους από την έναρξη της μείωσης του ΦΠΑ) ο τζίρος εκτιμάται ότι θα εξελίσσεται οριακά σταθερός ως προς το αντίστοιχο πεντάμηνο του 2019. Και πώς ν’ αναπτυχθεί, όταν το 52% των φορολογικών δηλώσεων για το 2017 έδειχνε εισοδήματα έως 8.000 ευρώ ετησίως και το 83% κάτω των 20.000 ευρώ; Το δίχως άλλο, χωρίς τα εισοδήματα της παραοικονομίας, ο κλαδικός τζίρος θα ήταν ανυπόφορα χαμηλότερος.

Η τάση συγκεντροποίησης κεφαλαίων και συγκέντρωσης των δομών του επιταχύνθηκε βίαια, σαρώνοντας τις οκτώ από τις δεκαοκτώ ακμαιότερες επωνυμίες αλυσίδων στην έναρξη της περιόδου, με όρους ευρείας αναδιάταξης των θέσεων στην κατάταξη ισχύος των εναπομεινάντων επιχειρηματικών σχημάτων, και τείνοντας σχεδόν στο διπλασιασμό του αθροιστικού μεριδίου των τεσσάρων πρώτων στον κλαδικό τζίρο, μεριδίου που σήμερα ανέρχεται περίπου στο 75%. Η διαδικασία αυτή, ενόσω δεν έχει πάψει να σαρώνει κυρίως τις τοπικές αλυσίδες, συνέβη υπό συνθήκες εφαρμογής των πολιτικών «εσωτερικής υποτίμησης», δηλαδή περιστολής της ζήτησης, μείωσης του τζίρου και οριακής ανάπτυξής του μόλις την τελευταία διετία, αλλά με όρους όχι μόνο διατήρησης του συνολικού πλήθους των εμπορικών μονάδων του κλάδου περίπου στο μέγεθος των αρχών της εξεταζόμενης δεκαετίας, αλλά και αύξησης των τετραγωνικών μέτρων των χώρων πωλήσεων, άρα μείωσης της απόδοσής τους ανά τετραγωνικό μέτρο. Καμία έκπληξη!

Ως βάση των προσεγγίσεών μας αξιοποιήσαμε συνδυαστικά δύο πηγές δεδομένων: Της ετήσιας έκδοσής μας «Το Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ» και της IRI Hellas. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνουμε στον αναγνώστη να μελετήσει τα στοιχεία των παρατιθέμενων πινάκων, λαμβάνοντας υπόψιν τις επισημάνσεις και την επιχειρηματολογία των σχολίων που τους συνοδεύουν αυτοτελώς, καθώς το παρόν συνοδευτικό κείμενο δεν θα μπορούσε παρά να πορίζεται από αυτά, συμπεραίνοντας βάσει των προβολών τους.

Η κρίση σε ρόλο Κίρκης: Η μεταμόρφωση της αγοράς
Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι ήδη η ελληνική οικονομική ύφεση προδρομικά της χρηματοπιστωτικής κρίσης και εν συνεχεία ως εγχώρια δομική κρίση και «εσωτερική υποτίμηση», άρα ως μακροπρόθεσμη κρίση της ζήτησης, επέβαλε την συγκεντροποίηση κεφαλαίου στον κλάδο, καθώς, πρώτον, «έδιωξε» όσα πολυεθνικά επιχειρηματικά σχήματα είτε δεν είχαν προλάβει να πρωταγωνιστήσουν στην εθνική αγορά (Plus, Aldi, Makro) είτε επρόκειτο να πληρώσουν ασύμφορα υψηλό τίμημα για τον πρωταθλητισμό τους σ’ αυτήν, αν παρέμεναν (Carrefour). Από αυτή την άποψη είναι φανερό ότι οι δύο εναπομείναντες διεθνείς επενδυτές στην Ελλάδα, οι Ahold-Delhaize και Lidl, παραμένουν με σκοπό την κυριαρχία στη νομή του κλαδικού τζίρου. Ειδάλλως η εδώ δράση τους στερείται νοήματος. Ήδη οι δύο αλυσίδες ελέγχουν αθροιστικά περισσότερο από το ένα τρίτο του κλαδικού τζίρου, κάνοντας ετήσιες επενδύσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ το άθροισμα των επενδύσεων όλων μαζί των ελληνικών αλυσίδων, ενώ η κερδοφορία τους είναι αξιοζήλευτη. Για τη μία το ξέρουμε θετικά πως είναι η υψηλότερη μεταξύ των μεγάλων ανταγωνιστών της, ενώ της άλλης το διαβεβαιώνει η μονοπωλιακή θέση της στο discount.

Η οικονομική κρίση, δεύτερον, επέβαλε τη συγκεντροποίηση αφενός, καταστρέφοντας όσες επιχειρήσεις βάσιζαν την ανάπτυξή τους στην πιστωτική επέκταση και τα διοικητικά της ήθη –κι αυτό ανεξαρτήτως μεγέθους, ιστορικότητας, ισχύος επιβολής και κύρους καθεμιάς– και αφετέρου, ανεβάζοντας στην ηγεμονία του κλάδου τους άλλοτε «δευτερανταγωνιστές», παραδοσιακά «συντηρητικούς» θιασώτες της επέκτασης με ιδίους πόρους. Έτσι, έκλεισε ένας μείζων κύκλος στην ιστορία της οργανωμένης λιανικής του τόπου μας, στο τέλος του οποίου άπαντες οι παραμένοντες στο παιχνίδι είναι δοκιμασμένοι στην «οικονομία πολέμου», δηλαδή τη σφικτή διαχείριση, με ελεγχόμενο ή μηδενικό δανεισμό κ.λπ. Ειρήσθω εν παρόδω οφείλουμε την επισήμανση, πάντως, ειδικά σε όσους αρέσκονται στην ηθικοποίηση των συνεπειών της κρίσης, ότι οι μείζονες πεπτωκότες του κλάδου (προπάντων η Μαρινόπουλος) υπήρξαν στυλοβάτες του ελληνικού επιχειρηματικού πρωταθλητισμού, μέσω διογκούμενου δανεισμού κατά τα κελεύσματα του κυρίαρχου προτύπου οικονομικής ανάπτυξης παντού στη Δύση από τη δεκαετία του ‘90. Απόδειξη κύρους των επιλογών τους ήταν η ανοχή των προμηθευτών στις εις βάρος τους καταχρηστικές καθυστερήσεις πληρωμών, ήτοι στην άτυπη και παθογόνο πλην εθιμικά κατοχυρωμένη πριμοδότηση των «εθνικών πρωταθλητών»...

Εντέλει η επίκληση του «εξυγιαντικού» χαρακτήρα της συγκέντρωσης της αγοράς δε λέει σπουδαία πράγματα για την επιχειρηματική αρετή –όχι μόνο γιατί προγενέστερα ταυτίστηκε με τα εκ των υστέρων αναγνωριζόμενα ως «άφρονα» ρίσκα, αλλά γιατί μεθεορτίως συμβιβάστηκε με τη μεταβίβαση στο άψε σβήσε ολόκληρων περιουσιών κατά τη λογική του «πάρ’ τα όλα» επ’ ονόματι των επιπτώσεων της καταστροφής τους, επίσης με υψηλό ρίσκο για τους επωφελούμενους...

Ό,τι «μικρό» αναλώνει η ύφεση, επανέρχεται προσαυξημένο
Η ασυγκράτητη ροπή της συγκεντροποίησης κεφαλαίου στον κλάδο τα τελευταία χρόνια, που μεταλλάσσει επιταχυνόμενα και με όρους τυχερού παιγνίου τη δομή του σε ολιγαρχική-ολιγοπωλιακή, είναι καρπός της μακρόχρονης ύφεσης, της πτώσης και της στασιμότητας του τζίρου. Αυτός μόλις το 2018 επανήλθε στα όρια των επιδόσεων του κλάδου το 2015 ως αποτέλεσμα και μόνο της αναμενόμενης επανεισροής πελατών στα νεκραναστημένα καταστήματα του δικτύου άλλοτε της Μαρινόπουλος υπό την ΕΥΣ. Φέτος την αισιοδοξία ότι οι πωλήσεις θα εξελίσσονταν καλύτερα απ’ όσο ειδικά στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, την ανέκοψε η διαπίστωση ότι ο καταναλωτής δεν ψωνίζει περισσότερο απ’ όσο προ της μείωσης του ΦΠΑ την άνοιξη, πράγμα που ενίσχυσε εκ νέου την προωθητική ένταση στις αίθουσες πωλήσεων και ανέκοψε τις μικρές πληθωριστικές τάσεις στην αγορά του κλάδου. Όχι τυχαία η IRI προσδιορίζει το ρυθμό ανάπτυξης των πωλήσεων το 2020 γύρω στο 1,4%, ενόσω μέχρι την παρέλευση του πρώτου πενταμήνου της νέας χρονιάς (έως ότου δηλαδή επιτευχθεί απόλυτη συγκρισιμότητα των στοιχείων πωλήσεων, με το κλείσιμο ενός έτους από την έναρξη της μείωσης του ΦΠΑ) ο τζίρος εκτιμάται ότι θα εξελίσσεται οριακά σταθερός ως προς το αντίστοιχο πεντάμηνο του 2019. Και πώς ν’ αναπτυχθεί, όταν το 52% των φορολογικών δηλώσεων για το 2017 έδειχνε εισοδήματα έως 8.000 ευρώ ετησίως και το 83% κάτω των 20.000 ευρώ; Το δίχως άλλο, χωρίς τα εισοδήματα της παραοικονομίας, ο κλαδικός τζίρος θα ήταν ανυπόφορα χαμηλότερος.


Τουλάχιστον μέχρι την αναστήλωση των δομών της Μαρινόπουλος από την ΕΥΣ, η κεφαλαιακή συγκεντροποίηση και συγκέντρωση των κλαδικών δομών έλαβε επί το πλείστον χαρακτήρα «ανακαίνισης» επιχειρηματικών ρακών παρά συγχώνευσης αξιόμαχων οργανισμών. Όμως, ο νέος μείζων ιστορικός κύκλος του κλάδου (έχει ήδη ανοίξει) μακροπρόθεσμα μέλλει με αναμετρήσεις έκβασης μηδενικού αθροίσματος μεταξύ υγιών αλυσίδων, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πια σπουδαία διαθέσιμα αποθέματα επιχειρηματικών ρακών, για να χορτάσουν τις ανάγκες επέκτασης κι ανάπτυξής τους, αναβάλλοντας για πολύ τον αλληλοσπαραγμό. Το ένστικτο της επιχειρηματικής επιβίωσης ωθεί ακατάπαυστα στην επέκταση, καθώς μόνο το νέο, το εξαγορασμένο και το ανακαινισμένο κατάστημα ισοφαρίζουν την αρνητική ανάπτυξη και τη στασιμότητα σε συγκρίσιμη ετήσια βάση. Όταν σ’ ένα φύσει δυναμικά επεκτατικό σύστημα, όπως η οικονομία της αγοράς, ασθενεί η επέκταση της ζήτησης ως συντελεστής τροφοδοσίας του ανταγωνισμού, η ανάγκη επέκτασης ενός εκάστου λιανέμπορου συνεχίζει αδιάλειπτα και εκφράζεται συνολικά σαν ανοιχτός πόλεμος μεταξύ όλων, μέχρι την εξαγορά των ασθενέστερων από τους ισχυρότερους και τη συγχώνευσή τους σε αυτούς.

Τούτο αιτιολογεί, άλλωστε, το φαινομενικό παράδοξο στην αγορά μας την τελευταία δεκαετία, ο μεν κλαδικός τζίρος να κυμαίνεται μεταξύ πτώσης και αναιμικής τώρα ανάπτυξης, τα δε καταστήματα όχι απλώς να παραμένουν αριθμητικά σχεδόν στο επίπεδο προ της κρίσης, αλλά ν’ αυξάνουν ως έκταση χώρου πωλήσεων στο σύνολό τους, με αποτέλεσμα η σταθμισμένη σε επίπεδο κλάδου απόδοσή τους ανά τετραγωνικό μέτρο να πέφτει. Στην ανάλυσή της αυτή η συνθήκη χάνει την παραδοξότητά της, αν ληφθούν υπόψιν ότι: Πρώτον, οι επτά μεγαλύτεροι επενδυτές στην επέκταση δικτύων αυτά τα χρόνια εγκαινίασαν ως καινούργια εταιρικά καταστήματα κοντά στο ένα πέμπτο των υπαρχόντων εμπορικών μονάδων του κλάδου, δηλαδή σαν καταστήματα άνω των 400τμ (ως 1.500τμ), δεδομένου ότι το λειτουργικό κόστος των μικρότερων είναι ασύμφορο. Και δεύτερον, ότι στα χέρια των έξι εξ αυτών βρίσκεται ανακαινισμένο και «ξεσκαρταρισμένο», μετά από εξαγορές, κοντά στο μισό του δυναμικού των καταστημάτων του κλάδου, επίσης άνω των 400τμ για τον ίδιο λόγο. Με άλλα λόγια, ό,τι «μικρό» ανάλωσε η κρίση, ο ανταγωνισμός το επανέφερε προσαυξημένο σε τ.μ. χώρου.

Φυγείν αδύνατον
Ο ανταγωνισμός στην κατάληψη θέσεων στο λιανεμπορικό χάρτη, ενόσω εξακολουθεί να προβάλει ως πρωτεύον μέσο πρόσκτησης μεριδίων τζίρου, προσδιορίζει το «φαινομενικό παράδοξο», όπως το ονομάσαμε, σαν κατάσταση αδήριτα δεσμευτική μέσα σε μια αγορά με αναιμική ζήτηση, είτε οι ανταγωνιστές προσβλέπουν στην ηγεμονία είτε στην παγίωση της θέσης τους με όρους ασφάλειας είτε στην επιχειρηματική τους επιβίωση. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναμενόμενο οι μεν κραταιοί, υπολογίζοντας στα οφέλη του καθημερινού πολέμου φθοράς των ανταγωνιστών τους, να γίνονται επιλεκτικοί πλέον στην επέκταση των δικτύων τους χάριν της διασφάλισης ενός υψηλότερου επιπέδου απόδοσης των καταστημάτων τους, οι δε ασθενέστεροι να θυσιάζουν εν μέρει την αποδοτικότητά τους χάριν ανάσχεσης της επέκτασης των πρώτων (διατηρώντας, δηλαδή, καταστήματα ακόμα και ζημιογόνα), αποδυόμενοι, ταυτόχρονα, σε ανυπόμονες προσπάθειες ακόμα ταχύτερης επέκτασης των δικτύων τους και εν γένει των δραστηριοτήτων τους σε λιανική και χονδρική, με σκοπό την αναπλήρωση των απωλειών από την αναπόφευκτα χαμηλή αποδοτικότητά τους, μέσω της αύξησης του τζίρου τους. Επομένως η μεγάλη ασυμμετρία αποδόσεων μεταξύ όσων ανταγωνιστών επεκτείνονται φιλόδοξα στο γεωγραφικό και εμπορικό χώρο είναι εξηγήσιμη πέραν της στεγνής ερμηνείας της κατοχής ή του ελλείμματος τεχνογνωσίας και σύγχρονων συστημάτων ενός εκάστου, η οποία είναι ασφαλώς αληθής, αλλά λέει τη μισή αλήθεια. Διότι ολόκληρη η αλήθεια είναι πως όσο ο ανταγωνιστικός οίστρος μετατρέπεται σε παροξυσμό εξαιτίας της ελλιπούς ζήτησης, η έλλειψη πόρων και χρόνου αναπλήρωσης της υστέρησης των ασθενέστερων λειτουργεί υπέρ των εχόντων και κραταιών.

Ωστόσο, το νέο στοιχείο που αναμένεται ότι θα οδηγήσει στον αναγκαστικό επαναπροσδιορισμό της στρατηγικής, τουλάχιστον όσων υστερούν στην ανάπτυξη ποιοτικών μέσων πρόσκτησης μεριδίου τζίρου, είναι η κοινή παραδοχή ότι τα περιθώρια οργανικής ανάπτυξης (με όρους συγκράτησης του λειτουργικού κόστους στον κλαδικό μέσο όρο) στενεύουν αντικειμενικά για όλους.

Για την ώρα, στο πλαίσιο των περιορισμών διαθεσιμότητας σοβαρού δυναμικού καταστημάτων προς εξαγορά, οι ιδιοκτήτες προπάντων των τοπικών αλυσίδων είναι κοινός τόπος πως κυκλοφορούν «με το πωλητήριο στην τσέπη». Και δημιουργεί αμηχανία στον αμέτοχο στα του κλάδου, όταν ακούει πρωτοκλασάτα στελέχη μεγάλων αλυσίδων ή τους συμβούλους τους να συζητούν το ίδιο πάντα μεταξύ τους (περίπου ως πατενταρισμένοι ιδιοκτήτες του κλάδου), πως «οι μικροί έχουν χάσει το μέτρο και δεν ξέρουν τι ζητάνε...». Η αλήθεια είναι ότι οι πρώτοι «πουλάνε» ενδεχομένως σε αξίες παρελθόντος χρόνου, αλλά οι δεύτεροι οπωσδήποτε διαπραγματεύονται σε αξίες ενός μέλλοντος επαχθέστερου για τους πωλητές. Για πολλούς μικρομεσαίους, άλλωστε, από την έναρξή της η κρίση είχε προδικάσει ανεπίστρεπτα την έκπτωση από τη δράση τους στο εμπόριο. Αλλά στους εναπομείναντες τώρα επισείεται η απειλή της υποτίμησης των μαγαζιών τους, στο πλαίσιο μιας διαφαινόμενης όξυνσης του πολέμου τιμών ως ανταγωνισμού αναδιανομής των μεριδίων αγοράς των κεφαλών του κλάδου, ο οποίος θα στραπατσάρει την ανταγωνιστικότητά τους –πότε;– αφ ης στιγμής ξεθυμάνει ο ρυθμός επέκτασης του μεριδίου της ΕΥΣ (κατόπιν «ωρίμασης» του τζίρου όλων των νεοαποκτηθέντων καταστημάτων της) και τεθεί στη βάσανο της ετήσιας συγκρισιμότητας μεγεθών, πράγμα που μοιάζει να είναι «θέμα εξεταστέας ύλης» το πολύ από τα μέσα του 2020...

Πόλεμος τιμών; Ούτε θέλει ούτε μπορεί η βιομηχανία
Δεν θα εικοτολογήσουμε περί το τι μέλλεται στο ερχόμενο έτος, αλλά συμπεραίνουμε ότι μια υποτιθέμενη κορύφωση του ανταγωνισμού σε πόλεμο τιμών θα απαιτήσει υπερεπένδυση στη μείωση των τιμών λιανικής, την οποία ουδείς λογικά είναι διατεθειμένος να ξεκινήσει, κυρίως εφόσον η βιομηχανία ούτε θέλει ούτε μπορεί να την πριμοδοτήσει. Κι αυτό γιατί της το αρνείται το διαθέσιμο καταναλωτικό εισόδημα και ο δύσθυμος διεθνώς πολιτικοοικονομικός ορίζοντας.


Η βιομηχανία έχει πληρώσει πανάκριβα ως τώρα την κρίση στη λιανική και την ανασύσταση των δικτύων της, δηλαδή το κόστος του ανταγωνισμού των λιανεμπόρων, ενόσω σε πολλές περιπτώσεις πειθαναγκάζεται να συμμετέχει στα προωθητικά τους προγράμματα εις βάρος των αντοχών της. Πράγματι, αν αναλογιστεί κανείς ως άθροισμα τα ανακαινισμένα, μετά από εξαγορά, και τα νέα καταστήματα στον κλάδο υπό συνθήκες ύφεσης των πωλήσεων και διεξαγωγής τους αγκομαχώντας (διάβαζε υπό καθεστώς προωθήσεων), η βιομηχανία, θέλοντας και μη, έχει ανταλλάξει με παχυλές παροχές την αποκατάσταση της ομαλότητας στην οργανωμένη διανομή. Μάλιστα, το πολυεθνικό τμήμα της, που αποχώρησε από τη χώρα, δεν φαίνεται να έχει να κερδίσει διαχειριστικά κάτι περισσότερο από την περαιτέρω συγκεντροποίηση κεφαλαίου στη διανομή, εφόσον ήδη έχει συγκεντρώσει στις υφιστάμενες δομές χονδρικής το προϊόν της για την ικανοποίηση όλης της αγοράς. Και για την ελληνική βιομηχανία μια περεταίρω συγκεντροποίηση της λιανικής υπό συνθήκες αναιμίας στη ζήτηση είναι απευκταία. Πρώτα απ’ όλα για τη μικρή τοπική βιομηχανία, δηλαδή τις περισσότερες από 1.050 τοπικές κατά κανόνα εταιρείες παραγωγής τροφίμων, που συμμετέχουν με μερίδιο γύρω στο 20% στον κλαδικό τζίρο των FMCG. Αυτή βιώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των λιανεμπόρων ως υπαρκτική απειλή –πόσω μάλλον μια τυχόν παρατεταμένη έξαρσή του. Αν ληφθεί υπόψιν ότι πολλές από αυτές τις βιομηχανίες κατάφεραν να αποκτήσουν πανελλήνια διανομή, ανταγωνιζόμενες με τις χαμηλές τιμές εκκίνησής τους (δηλ. χωρίς προώθηση) τα εθνικά και τα πολυεθνικά brands κατόπιν επιλογής κυρίως των μεγάλων αλυσίδων να τοποθετούν τα προϊόντα τους για λόγους διαφοροποίησης στα ράφια τους, η μοίρα αυτών των προϊόντων σ’ ένα τέτοιο πόλεμο θα ‘ναι να υποβιβαστούν από άποψη κατηγορίας τιμής σ’ εκείνη της λιανεμπορικής ιδιωτικής ετικέτας ή πιο κάτω. Και ναι μεν τότε οι λιανέμποροι μπορεί να μιλούν για την περαιτέρω σταθεροποίηση του μεριδίου τζίρου των δικών τους ετικετών, όπως το κάνουν τώρα κρυμμένοι πίσω από το δάχτυλό τους για την εκχώρηση μεριδίων τους στη Lidl, αλλά το επόμενο βήμα για την τοπική ελληνική βιομηχανία θα είναι το φασόν (οπότε αίφνης θα «ξαναυξηθεί» τότε το μερίδιο των PL!) κι ο μαρασμός.

Στην προέκταση της αλληλουχίας επιπτώσεων ενός πολέμου τιμών για τις περίπου 60-70 μεγάλες και μεσαίες εθνικής διανομής ελληνικές βιομηχανίες, που παράγουν περίπου το 30% του εθνικού τζίρου των FMCG, είναι προφανής η αντίδρασή τους σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Διότι ο πόλεμος θα τις εκβιάσει να παίξουν ρόλους, που επιτελεί σήμερα η μικρή βιομηχανία και τα PL, με απώλειες μεριδίων προς τα πάνω, δηλαδή υπέρ των 34 ηγεμονευουσών βιομηχανικών εταιρειών (πολυεθνικών και μη) που νέμονται ως μερίδα του λέοντος το υπόλοιπο 50% του κλαδικού τζίρου των FMCG, και προς τα κάτω, δηλαδή στην κατηγορία τιμής της ιδιωτικής ετικέτας, είτε ως δευτεροκλασάτα brands είτε ως παραγωγοί φασόν για λογαριασμό των αλυσίδων.

Ένας πόλεμος τιμών θα ήταν αφροσύνη!
Από αυτές τις απόψεις, δεδομένης και της προβληματικότητας των προσβάσεων στην τραπεζική πίστωση για τις περισσότερες ελληνικές βιομηχανίες περιλαμβανομένων των μεγάλων, ένας πόλεμος τιμών μεταξύ των λιανεμπόρων με επίδικο τη γρήγορη αναδιανομή των μεριδίων τζίρου μεταξύ των κεφαλών του κλάδου, σε συνθήκες πενιχρής επέκτασης της ζήτησης μετά από δέκα χρόνια ύφεσης, θα ήταν καταστροφικός για την εγχώρια μεταποίηση μα και για τα περισσότερα ελληνικά δίκτυα διανομής. Καταστροφικός θα ήταν προπάντων για το θηριώδες ρίσκο της νεκρανάστασης του δικτύου της Μαρινόπουλος υπό την ΕΥΣ, ενόσω απέχει ακόμα από το να χωνέψει τη ζημιογόνο κληρονομιά του –ας σκεφτεί κανείς τα όσα δεινά μπορεί να επισωρεύσει η τυχόν υπονόμευσή του για σύμπασα την αγορά του κλάδου και την οικονομία του τόπου... Ένας τέτοιος πόλεμος θα ήταν, με μια λέξη, αφροσύνη!

Συμπερασματικά, ένας πόλεμος τιμών στη λιανική αιτιολογείται, αν όχι μόνο από μια ευημερούσα ζήτηση (που δεν υπάρχει), τουλάχιστον ως εγχείρημα εκκαθάρισης των δομών περιττού κόστους της διανομής, που επιβαρύνουν τη βιομηχανική παραγωγή. Στο βαθμό που οι σκοποί της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στα δίκτυα διανομής αυτονομούνται ως προς τους σκοπούς της παραγωγής, είναι βέβαιο ότι στην πράξη, ηθελημένα ή όχι, υπηρετούν υπέρτερα ανταγωνιστικά βιομηχανικά συμφέροντα, η αποτύπωση των οποίων στοιχειώνει στο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.

Με βάση την καλύτερη δυνατή εξέλιξη για τα πράγματα, δεν μπορεί να μη σημειώσουμε ως καθησυχαστική επί τούτω τη ρητή πρόθεση για «μακροπρόθεσμη» στόχευση στην ηγεμονία του κλάδου της διοίκησης του μοναδικού υπολογίσιμου εν δυνάμει επενδυτή στο στρατηγικό τσάκισμα των τιμών, της ΑΒ Βασιλόπουλος... Βέβαια, κατ’ ανάγκην στον όρο «μακροπρόθεσμα» εννοείται ως προσδιορισμός χρόνου (δηλαδή, σαν απάντηση στο ερώτημα «πότε;») το άδηλον ενός αισιόδοξου ρυθμού ανάπτυξης του κλαδικού τζίρου και της ελληνικής οικονομίας εν γένει. Ούτε κι εδώ θα εικοτολογήσουμε, επισημαίνοντας, ωστόσο, την καθοριστικής σημασίας ισχύ του Συμφώνου Δημοσιονομικής Σταθερότητας στην ΕΕ και των δεσμεύσεων της χώρας έναντι των δανειστών της υπεράνω του όποιου κυβερνητικού προγράμματος και των όποιων υποκειμενικών θεωρήσεων και προσδοκιών του καθενός, που οριοθετεί το στρατηγικό μέλλον της επιχείρησής του, είτε στη βιομηχανία είτε στη λιανική και χονδρική.

Συγκέντρωση δομών εκ των κάτω
Αυτό που ορισμένως δίνει παράταση χρόνου γι’ αναβολή της απόφασης συμβιβασμού με το φερόμενο ως «αναπόφευκτο» (την έξοδο από την αγορά) σε αρκετούς ιδιοκτήτες τοπικών αλυσίδων, είναι η ιδέα της «πώλησης» του χονδρεμπορικού κέρδους του τζίρου τους γενικά στους franchisors της αγοράς ή ειδικά σε «μεσαίους» του κλάδου, που μαζεύουν λαίμαργα τζίρο τα τελευταία χρόνια, επεκτεινόμενοι με τόλμη και γερά συστήματα κεντρικοποίησης των διανομών και στη χονδρική.

Πράγματι, η σύγχρονη τάση στον κλάδο, που συνδέεται με τις αντικειμενικές δυνατότητες μεγέθυνσης του τζίρου «μεσαίων» εταιρειών, όπως η ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός κι η Bazaar, σε μια αγορά με στενά όρια για την οργανική τους επέκταση, είναι η άντληση της διαπραγματευτικής τους ισχύος έναντι της βιομηχανίας ως τροφοδοτών της μικρομεσαίας τοπικής λιανικής εντός κι εκτός συστημάτων franchising. Τούτο είναι νεοφανές ως προς το ότι για πρώτη φορά επιχειρείται σε τέτοια έκταση πέραν του τομέα της πολύ μικρής λιανικής σαν φιλόδοξη εταιρική στρατηγική, που υποκαθιστά το ρόλο των ομίλων αγορών ως θεσμού διαπραγμάτευσης για λογαριασμό συλλογικών συμφερόντων. Πιθανώς, μάλιστα, ν’ αποδειχθεί μακροπρόθεσμα ο δούρειος ίππος για την εκπόρθηση των περισσότερων κάτω του ΕΛΟΜΑΣ. Προσώρας η συνέπειά του έχει φανεί στις περιπτώσεις ομίλων των μικρών του κλάδου, που κατέφυγαν ή καταφεύγουν στην υπέρτερη ανταγωνιστική κάλυψή τους από τέτοιες εταιρείες (π.χ. συνεργασίες ΕΛΕΤΑ-ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός και Bazaar-Spar). Όσο αυξάνει το προϊόν που διαχειρίζονται και εφόσον αυξάνει η εξειδίκευσή τους στη φυσική διανομή και την παροχή υπηρεσιών μάρκετινγκ στους πελάτες τους, τα οχυρά των ομίλων θα πέφτουν, είτε διασώζοντας ένα μέρος του κελύφους των μηχανισμών τους είτε πρόκειται για αυτόνομους ομίλους είτε για ενταγμένους σε μεγαλύτερους κατά το πρότυπο της μπαμπούσκας. Το μέλλον θα δείξει...


Οι κεφαλές και οι «μεσαίοι» διεκδικητές
Το περιγραφόμενο σύστημα «ενεργητικής άμυνας» των «μεσαίων» της αγοράς, δηλαδή το «χοντρό» παιχνίδι στη χονδρική, είτε ενοχλεί και προβληματίζει είτε καθησυχάζει κάπως τις κεφαλές του ανταγωνισμού. Πρώτα απ’ όλα προβληματίζει κι ενοχλεί όλους όσοι εμπλέκονται στρατηγικά στο cash & carry, ιδίως τη Metro που πρωταγωνιστεί στον τομέα. Ωστόσο, οι δύο κεφαλές που βρίσκονται σε κατάσταση «πιστοληπτικής χώνεψης» των μεγάλων ρίσκων τους τα προηγούμενα χρόνια (ΕΥΣ, Metro), έχοντας επεκτείνει τα μερίδιά τους καθ’ ον χρόνον οι ανταγωνιστές τους έχασαν βαθμιαία τα περισσότερα απ’ όσα τους δώρισε συγκυριακά η πτώχευση και η φάση της αναστήλωσης περίπου 500 καταστημάτων, πιθανώς αισθάνονται πως η ανταγωνιστική αναζωογόνηση στη βάση της πυραμίδας του κλάδου αμβλύνει κάπως την πίεση «αντι-διεκδίκησης» μεριδίων, ανακόπτοντας την επέλαση με νέα καταστήματα των ισχυρότερων ανταγωνιστών και μετριάζοντας έτσι τις αβαρίες στα δικά τους μερίδια. Η ΑΒ Βασιλόπουλος πιθανώς ενοχλείται από τη συγκέντρωση των δομών τροφοδοσίας, καθώς εξασθενεί η πειθώ της για την εξαγορά τοπικών αλυσίδων, παραπληρωματικών στο δίκτυό της, ενόσω δεν παύει να την ενδιαφέρει η τυχόν εξαγορά εθνικής αλυσίδας, που θα της απέδιδε εν τω άμα τη θέση που προδικάζει γι’ αυτήν η μητρική της. Σε εκνευρισμό πιθανώς βρίσκεται η Μασούτης, όχι μόνο γιατί η θέση της επιβάλει πλέον την ταχεία επέκταση και κατοχύρωση μεριδίου στη λιανική, πράγμα που μόνο η εξαγορά αξιόμαχων δομών στις νότιες περιφέρειες της χώρας μπορεί να της αποφέρει, αλλά και γιατί η στρατηγική της στη χονδρική, όντας αρθρωμένη στο cash & carry και τη συγκέντρωση της τροφοδοσίας της πολύ μικρής λιανικής, δεν είναι εύκολο να αναπροσανατολιστεί στο franchising. Από αυτή την άποψη και ανεξαρτήτως της ευστάθειας των φημών περί διαπραγματεύσεων εξαγοράς της τελευταίας από την προηγούμενή της, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε ασφαλώς αιτιολογημένο υπόβαθρο αναφορικά με τους περιγραφόμενους περιορισμούς των δύο επιχειρήσεων.

Σε διαφορετικό πλαίσιο αναζητήσεων διεξόδου εγγράφονται οι στρατηγικές της συντηρητικής και με γερό κομπόδεμα Πέντε-Γαλαξίας, που εκδηλώνει την ανησυχία της για την τάση ανάσχεσης των μεγεθών της με την ανακοίνωση επενδύσεων σε υποδομές δικτύου και σε νέες τεχνολογίες για την ενίσχυση της πιστότητας του κοινού της, της Market In, η οποία βιάζεται να κατοχυρωθεί ως εθνικό δίκτυο, φτιάχνοντας νέα μαγαζιά και αναστηλώνοντας άλλα πτωχευμένων τοπικών αλυσίδων –πράγμα που το κάνουν, άλλωστε, οι ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός και Bazaar– και της κρητικής SΥΝΚΑ, που φιλοδοξεί ν’ απλώσει την τοπικιστική αίγλη της στο Νότιο Αιγαίο. Σημειωτέον ότι η «προίκα» αυτών των πέντε επωνυμιών φτάνει ετησίως περί τα 1,35 δισ. ευρώ τζίρο και ότι στη δεκαετία 2009-2018 υπερδιπλασίασαν τα εταιρικά καταστήματά τους από 292 σε 675, μέσω εγκαινίασης νέων εμπορικών μονάδων και εξαγορών (η ομαδοποίησή τους, εννοείται, δεν αναιρεί τις μεγάλες ασυμμετρίες επιχειρηματικών παραδόσεων και στρατηγικών μεταξύ τους). Πάντως, οι επαΐοντες φρονούν πως την πιθανή εξαγορά ενός εκάστου εξ αυτών (εξαιρουμένης προφανώς της Πέντε-Γαλαξίας) την κωλύουν κυρίως η χαμηλή κερδοφορία των καταστημάτων τους, οι γεωγραφικές ασυμβατότητες διασποράς τους προς τα καταστήματα των δυνητικών αγοραστών τους, αλλά και η κυριαρχία των μικρών αιθουσών πωλήσεων στα δίκτυά τους, πράγμα επίσης ασύμβατο με τις στρατηγικές επιλογές των κεφαλών του κλάδου.

Βασικά συμπεράσματα
Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι, χωρίς να αποκλείονται οι εξαγορές στην κορυφή της πυραμίδας, αυτές δεν φαίνεται να έχουν ισχυρές πιθανότητες. Μικρότερες πιθανότητες φαίνεται πως έχει η τυχόν επιχειρηματική συνεργασία μεταξύ ελληνικών «μεσαίων» αλυσίδων παρά τις αρκετές συνάφειες δομών και στρατηγικής, καθώς κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τις παραδόσεις τους. Ακόμα μικρότερες πιθανότητες έχει μάλλον η εξαγορά κάποιας από τις τρεις ή τέσσερις «μεσαίες» αλυσίδες εκ μέρους κάποιας από τις κεφαλές του κλάδου.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι πως, όπως φαίνεται, ευνοούνται οι προϋποθέσεις συγκέντρωσης των δομών τροφοδοσίας των μικρομεσαίων και πολύ μικρών λιανεμπορικών επιχειρήσεων, δηλαδή της πολυπληθούς βάσης του κλάδου, με αποσυνθετικές συνέπειες για τους ομίλους αγορών. Η δυναμική ενός τέτοιου εγχειρήματος, εφόσον παγιώσει χαρακτηριστικά εταιρικών στρατηγικών, δυνητικά μπορεί πέραν του franchise να στηριχτεί και στην απόσπαση μεριδίων από το παραδοσιακό χονδρεμπόριο, που διογκώθηκε μετά την κρίση των capital controls, άρα να ενθυλακώνει προοδευτικά όλο και ευρύτερα το χονδρεμπορικό κέρδος από την τροφοδοσία της εν γένει μικρής λιανικής και του ho.re.ca, εξαρτώντας το σχετικό επαγγελματικό δυναμικό από τις υπηρεσίες του πιο στέρεα απ’ όσο το cash & carry. Το τελευταίο υπό αυτή την έννοια αποδεικνύεται ο πλέον «μονολιθικός» τύπος εμπορικής δραστηριότητας, ο οποίος ούτως η άλλως υποχρεώνεται σε διαρκή ανανέωση στρατηγικής, καθώς από τη φύση του είναι αναγκασμένος να προσαρμόζεται ως κατακλείδα των στρατηγικών επιλογών της οργανωμένης λιανικής και της ποικίλης χονδρεμπορικής δραστηριότητας, καλύπτοντας τα κενά τους. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι στην παρούσα φάση ευνοείται σαν ευκαιρία επιχειρηματικής επέκτασης η συγκέντρωση των δομών τροφοδοσίας της βάσης της κλαδικής αγοράς παρά η συγκεντροποίηση κεφαλαίου στην κορυφή της.

Ένα τρίτο συμπέρασμα είναι ότι θα συνεχιστεί η επέκταση των λιανεμπορικών αλυσίδων με νέα σούπερ μάρκετ όλων των αναπτυσσόμενων επωνυμιών ως πλέον δόκιμος τρόπος για τη σχετικά εύκολη προσάρτηση τζίρου (εννοείται, μετά από αυτόν της εξαγοράς), αλλά και για τη συνεκτική τοποθέτησή τους στο γεωγραφικό χώρο και δη με έμφαση στα «μεσαία» σούπερ μάρκετ (400τμ-1.000τμ) χάριν της εκπόρθησης του πυκνοκατοικημένου αστικού χώρου. Εν παραλλήλω θα ενταθεί ο ανταγωνισμός στο franchise, όσων το χρησιμοποιούν σαν εργαλείο ανάπτυξης. Στο ίδιο πλαίσιο, η αναστολή της λειτουργίας των μη αποδοτικών εταιρικών καταστημάτων θα απαλλάσσεται περαιτέρω από το ταμπού της αποτυχίας –φυσικά ο franchisee χρεώνεται εις ολόκληρον και κατά μόνας τέτοιου είδους αποτυχίες... Για λόγους που σχετίζονται με το γεωφυσικό ανάγλυφο της χώρας και τις ιδιομορφίες της αστικής ανάπτυξης στην περιφέρεια, ηπειρωτική και νησιωτική, ο συνολικός αριθμός των εμπορικών μονάδων του κλάδου δεν φαίνεται πιθανό να μειωθεί, αλλά η μέση απόδοσή τους, συναρτημένη δεσμευτικά με την κατάσταση της ζήτησης, δεν θα του επιτρέπει να ξεχειλώνει. Από μια άλλη σκοπιά σε αυτό θα συντείνει κι η μειωμένη αντοχή των προμηθευτών να ενισχύουν με φιλοεκπτωτική θωράκιση τις φιλοδοξίες όλων των ανταγωνιστών.


Δεν υπάρχει εναλλακτική, χωρίς ανάκαμψη της ζήτησης
Τάχα οι επιχειρήσεις του κλάδου είναι εφικτό να αναπληρώσουν το έλλειμμα της ζήτησης με εισροές τζίρου από άλλες πρόσφορες αγορές, ώστε να συντηρηθούν ακμαίες, αποφεύγοντας τον αλληλοσπαραγμό; Μετά τις αρχές της δεκαετίας οι κεφαλές του κλάδου αναθάρρησαν στην ιδέα ότι η θεσμική απελευθέρωση των αγορών, που εισήγαγαν τα μνημόνια, θα τους άνοιγε αβρόχοις ποσίν τη δίοδο εισροής στα ταμεία τους του πλούσιου τζίρου του φαρμάκου, τουλάχιστον κατά το ασυνταγογράφητο μέρος του. Αλλά σκόνταψαν προπάντων στην αντίθετη βούληση της φαρμακοβιομηχανίας, ενώ είτε κωλύονταν επενδυτικά είτε δεν αποτόλμησαν την εξαγορά έτοιμων δομών της αγοράς του φαρμάκου, προκειμένου να τις προσαρτήσουν ακέραιες στους ομίλους τους, ώστε να γίνουν νομείς του τζίρου συνταγογραφούμενων και μη φαρμάκων. Προσώρας τους αναθάρρησε και η απελευθέρωση των καπνικών προϊόντων και του Τύπου, αλλά τα μεν πρώτα αποδείχθηκαν διαχειριστικός πονοκέφαλος, εφόσον έχουν ελάχιστο κέρδος και υποχρεώσεις άμεσης απόδοσης των εισπραττομένων, ο δε δεύτερος κατέρρευσε. Τα τελευταία χρόνια τους αναθάρρησε η προοπτική του ηλεκτρονικού εμπορίου ως δόκιμου πεδίου επενδύσεων, αλλά οι σχετικοί πειραματισμοί, πολώ μάλλον γενόμενοι σε περίοδο ύφεσης και στασιμότητας, έχουν γλίσχρα απόδοση τζίρου, καθόλου κέρδη και υπέρογκες απαιτήσεις επενδύσεων σε υποδομές logistics, ικανές να συμπτύξουν το διανεμητικό κόστος. Η μόνη λογικώς πιθανή σχετική προοπτική σχετίζεται με την έλευση εξ αλλοδαπής κεφαλαίων, με σκοπό σχετικούς ή συναφείς τομείς δραστηριοτήτων, είτε αυτόνομα, όπως ήδη συζητείται για την Amazon, είτε με τη συμμετοχή εταίρων από την εγχώρια αγορά. Οψόμεθα –βέβαιοι, ωστόσο, ότι θα αφιερώσουμε πλήθος σελίδων στον κρύο ιδρώτα (ή μήπως τον οδυρμό;) της κλαδικής αγοράς, εάν τεθεί στην ημερήσια διάταξη ο ανταγωνισμός στα σοβαρά στον τομέα των ηλεκτρονικών πωλήσεων...

Στο ζενίθ των επιπτώσεων της εφαρμογής των πολιτικών της «εσωτερικής υποτίμησης» το ΙΕΛΚΑ σε σχετική μελέτη του εκτίμησε το μέγεθος μιας δυνητικής εισροής στις επιχειρήσεις του κλάδου τζίρου 3-4 δισ. ευρώ από τα μη εξειδικευμένα-μη ενταγμένα σε εταιρικά δίκτυα διανομής ποικίλα καταστήματα πώλησης τροφίμων της γειτονιάς (κρεοπωλεία, αρτοποιεία, ιχθυοπωλεία, οπωροπωλεία, ζαχαροπλαστεία κ.λπ.), δηλαδή περίπου το μισό του ετήσιου τζίρου της αγοράς τους, της αγοράς ούτως ειπείν του convenience store. Έχοντας υπόψιν την ιστορική εμπειρία της αργής πλην σωρευτικής εισόδου των σούπερ μάρκετ στις αγορές του κρέατος, της μαναβικής, της ψύξης, του φούρνου κ.ά. παρά τις εκάστοτε θεσμικές παρακωλύσεις, οι οποίες δεν εμπόδισαν τις επιχειρήσεις του να ενσωματώνουν συν τω χρόνω τις νέες αγορές –επεκτεινόμενες επιχειρηματικά σε εποχές, πάντως, επέκτασης της ζήτησης–, φρονούμε πως παρόμοια εγχειρήματα είναι χρονοβόρα, άρα σαφώς υψηλότερου κόστους, από εκείνο, ας πούμε, της πλήρους απελευθέρωσης του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων –ενός μέτρου, δηλαδή, μέσω της εφαρμογής του οποίου σε άλλες εθνικές αγορές έπεσαν τα κρισιμότερα οχυρά της αυτοαπασχολούμενης επιχειρηματικότητας. Όμως εδώ, καίτοι οι «αρχαϊσμοί» των θεσμικών παρακωλύσεων άρθηκαν από τη μνημονιακή διαχείριση, πρώτες οι μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου πήραν αποστάσεις από τη συνεπαγόμενη μεταρρύθμιση του ωραρίου και σωστά! Γιατί γνωρίζουν ότι δεν είναι τόσο η θεσμική απελευθέρωση του κεφαλαιούχου να επενδύει όπου και με όποιους όρους φρονεί, που τροφοδοτεί τη φιλοδοξία του και γονιμοποιεί τους επενδυτικούς του πόρους, όσο κυρίως η θερμοκρασία της ζήτησης που τους ωριμάζει, αναδημιουργώντας το επενδυτικό απόθεμα. Σε συνθήκες καταστολής της ζήτησης η αμετροεπής αύξηση του λειτουργικού κόστους της μεγάλης λιανεμπορικής επιχείρησης εξαιτίας της επέκτασής της με πολύ μικρά καταστήματα τιμωρείται πιθανώς σκληρότερα, απ’ όσο ο ευάλωτος μικρός λιανοπωλητής, του οποίου η ανταγωνιστική διακινδύνευση είναι να γίνει ο τζίρος του εύκολος στόχος λαφυραγώγησης.

σελφ σερβις (T. 500)
« 1 2 3 4 ... 5 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2020 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION