σελφ σερβις - Οικογενειακοί Προϋπολογισμοί 2008-2018: Οι επιπτώσεις στην ευημερία του ελληνικού νοικοκυριού

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Οικογενειακοί Προϋπολογισμοί 2008-2018: Οι επιπτώσεις στην ευημερία του ελληνικού νοικοκυριού

21 Ιανουαρίου 2020 | 09:52 Γράφει ο Αλέξανδρος  Πεστιμαλτζόγλου Topics: Βιομηχανία,Έρευνα,Καταναλωτής

«Όταν κοιμάται ο γιόκας μου, ψωμί δε μου γυρεύει», λέει μια παλιά παροιμία, της οποίας το πνεύμα –πνεύμα σαρκασμού και συνάμα καημού για την ανικανοποίητη χρεία– φρόντισε η οικονομική κρίση να το ανακαινίσει, προβάλλοντάς το στις ψυχολογικές και καταναλωτικές συμπεριφορές εκατομμυρίων ανθρώπων. Τις τελευταίες τις αποτυπώνουν σε ποσοτικά μεγέθη και χρηματικά δεδομένα οι ετήσιες έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ την περίοδο 2008-2018. Το αποτύπωμα, λοιπόν, της δεκαετούς εμπειρίας οικονομικής ύφεσης και των πολιτικών της «εσωτερικής υποτίμησης», που επιλέχθηκαν ως αντίδοτό της, είναι απογοητευτικά.

H πρώτη δραματική επίπτωση αφορά τη μείωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης του μέσου νοικοκυριού από 2.120,4 ευρώ το 2008 σε 1.392,3 ευρώ το 2016 και σε 1.441,03 ευρώ το 2018. Σε σταθερές τιμές από τα 2.328,2 ευρώ το 2008 η μέση δαπάνη καταβαραθρώθηκε στα 1.441,03 ευρώ το 2018, δηλαδή υπέστη μείωση 38,1%. Αθροιστικά κατά το διάστημα 2008-2018 η μείωση της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών στέρησε από την αγορά το ιλιγγιώδες ποσό των 33,5 δισ. ευρώ. Την εξωφρενική μείωση της αγοραστικής τους δύναμης τεκμηριώνουν τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ σχετικά με την εξέλιξη των μισθών στην Ελλάδα. Ειδικότερα, το 2018 οι μισθοί ήταν μειωμένοι κατά 28% σε σχέση με το 2010, ενώ σε ό,τι αφορά την κατάσταση του μέσου εισοδήματος δεν μπορεί παρά να ληφθούν υπόψιν η αύξηση των ελαστικών μορφών εργασίας (η αναλογία των νέων προσλήψεων με ευέλικτες μορφές απασχόλησης μεταξύ 2009 και 2018 υπερδιπλασιάστηκε: από 21% του συνόλου των προσλήψεων στην έναρξη της περιόδου έφτασε στο 54,3%), η ανεργία που κυμάνθηκε σε δυσθεώρητα επίπεδα όλη τη δεκαετία, η υπερφορολόγηση των νοικοκυριών και η μείωση των συντάξεων. Ενδεικτικά αναφέρεται πως στα χρόνια της ακραίας λιτότητας το «καλάθι της νοικοκυράς» απώλεσε σε τρέχουσες τιμές το 58% των διαρκών αγαθών και υπηρεσιών (61,3% σε σταθερές τιμές), το 52,3% των ειδών ένδυσης-υπόδησης, το 33,7% της αναψυχής και των προϊόντων του πολιτισμού, το 28,6% της εκπαίδευσης, το 24,1% των υπηρεσιών υγείας κ.ά. Η μικρότερη μείωση, της τάξης του 16,2% (22,7% σε σταθερές τιμές), καταγράφηκε στα είδη διατροφής, που αποτελούν την πλέον ανελαστική δαπάνη. Την ίδια περίοδο το ποσοστό της μέσης μηνιαίας δαπάνης επί του οικογενειακού προϋπολογισμού αυξήθηκε για τα είδη διατροφής κατά 3,8 ποσοστιαίες μονάδες (από 16,4% σε 20,2%), για τη στέγαση κατά 2,3 μονάδες (από 11,8% σε 14,1%), για την υγεία κατά 0,8 (από 6,7% σε 7,5%) και για την εκπαίδευση κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες ( από 3,1% σε 3,2%). Αντιθέτως μείωση κατά 2,4 μονάδες σημειώθηκε στα ποσοστά της δαπάνης για είδη ένδυσης-υπόδησης (από 8,2% σε 5,8%).

Αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες των νοικοκυριών εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών. Συγκεκριμένα, μέχρι το 2016 παρατηρήθηκε στροφή των καταναλωτών σε φθηνότερα προϊόντα, κυρίως σε αμυλούχα τρόφιμα (ζυμαρικά, ρύζι), και ταυτόχρονα μείωση της δαπάνης για τρόφιμα υψηλής αξίας, χρηματικής και διατροφικής, όπως το κρέας, το ψάρι κ.ά. Το 2017 και το 2018 σημειώθηκε μια μικρή αύξηση της μηνιαίας δαπάνης για κρέας, ψάρι, καφέ, τσάι, φρούτα, χωρίς όμως να αλλάξει συνολικά η εικόνα της δεκαετίας.

Επίπεδο φτώχειας και συνθηκών διαβίωσης
Ενδεικτικά της κακής κατάστασης των ελληνικών νοικοκυριών την εξεταζόμενη περίοδο είναι τα στοιχεία των ετήσιων Ερευνών του Εισοδήματος και των Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ. Σύμφωνα με αυτά, ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2018 ανήλθε στο 31,8% (3.348.500 άτομα) του πληθυσμού της χώρας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2008 ήταν 28,1%. Η ελάχιστη σχετική τιμή στη δεκαετία διαπιστώθηκε το 2009 και ήταν 27,6% και η ανώτερη το 2014 και ήταν 36%. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών στερήθηκε για μια δεκαετία τουλάχιστον τέσσερις από τις εννέα βασικές ανάγκες ή, αλλιώς, στερήθηκε αρκετά από τα βασικά μέσα επιβίωσης. Ο δείκτης υλικής υστέρησης, που το 2009 βρισκόταν στο 11%, το 2011 ανήλθε στο 15,2%, κορυφώθηκε το 2016 αγγίζοντας το 22,4%, ενώ κάμφθηκε την τελευταία διετία της περιόδου, φτάνοντας το 2018 στο 16,7%. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στη μεγάλη αύξηση του δείκτη στις ηλικίες 0-17 ετών, καθώς από 11,9% το 2009 άγγιξε το 26,7% το 2016 (μέγιστη τιμή), για να υποχωρήσει στο 18,6% το 2018.

Στη σύγκρισή της με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες στην υλική υστέρηση η Ελλάδα το 2008 κατείχε την 5η θέση ενώ το 2018 την 3η. Μπορεί το ποσοστό να έχει μειωθεί την τελευταία διετία της περιόδου 2008-2018, αλλά η Ελλάδα το αύξησε στο σύνολο της διάρκειάς της σε σχέση με το 2008, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ που το έχουν μειώσει. Επίσης, σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ, τον Μάιο του 2018 η Ελλάδα βρέθηκε στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης από άποψη υλικών συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού. Τέλος, σύμφωνα με το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, οι επιπτώσεις από τη δεκαετή κρίση και την πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης», που εφαρμόστηκε για την αντιμετώπισή της, είναι εμφανέστατες στα ευρήματα του 2018, βάσει των οποίων τα 3 στα 10 νοικοκυριά διαβιούν με ετήσιο εισόδημα λιγότερο των 10.000 ευρώ, στο 1 από τα 2 νοικοκυριά το μηνιαίο εισόδημα δεν επαρκεί για όλο τον μήνα, τα 9 στα 10 νοικοκυριά αδυνατούν να αποταμιεύσουν, τα 2 στα 10 νοικοκυριά έχουν τουλάχιστον 1 άνεργο μέλος, για το 1 στα 2 νοικοκυριά η κύρια πηγή εισοδήματος είναι η σύνταξη, ενώ περισσότερα από τα 2 στα 10 νοικοκυριά έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία ή τις τράπεζες.

H πρώτη δραματική επίπτωση αφορά τη μείωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης του μέσου νοικοκυριού από 2.120,4 ευρώ το 2008 σε 1.392,3 ευρώ το 2016 και σε 1.441,03 ευρώ το 2018. Σε σταθερές τιμές από τα 2.328,2 ευρώ το 2008 η μέση δαπάνη καταβαραθρώθηκε στα 1.441,03 ευρώ το 2018, δηλαδή υπέστη μείωση 38,1%. Αθροιστικά κατά το διάστημα 2008-2018 η μείωση της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών στέρησε από την αγορά το ιλιγγιώδες ποσό των 33,5 δισ. ευρώ. Την εξωφρενική μείωση της αγοραστικής τους δύναμης τεκμηριώνουν τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ σχετικά με την εξέλιξη των μισθών στην Ελλάδα. Ειδικότερα, το 2018 οι μισθοί ήταν μειωμένοι κατά 28% σε σχέση με το 2010, ενώ σε ό,τι αφορά την κατάσταση του μέσου εισοδήματος δεν μπορεί παρά να ληφθούν υπόψιν η αύξηση των ελαστικών μορφών εργασίας (η αναλογία των νέων προσλήψεων με ευέλικτες μορφές απασχόλησης μεταξύ 2009 και 2018 υπερδιπλασιάστηκε: από 21% του συνόλου των προσλήψεων στην έναρξη της περιόδου έφτασε στο 54,3%), η ανεργία που κυμάνθηκε σε δυσθεώρητα επίπεδα όλη τη δεκαετία, η υπερφορολόγηση των νοικοκυριών και η μείωση των συντάξεων. Ενδεικτικά αναφέρεται πως στα χρόνια της ακραίας λιτότητας το «καλάθι της νοικοκυράς» απώλεσε σε τρέχουσες τιμές το 58% των διαρκών αγαθών και υπηρεσιών (61,3% σε σταθερές τιμές), το 52,3% των ειδών ένδυσης-υπόδησης, το 33,7% της αναψυχής και των προϊόντων του πολιτισμού, το 28,6% της εκπαίδευσης, το 24,1% των υπηρεσιών υγείας κ.ά. Η μικρότερη μείωση, της τάξης του 16,2% (22,7% σε σταθερές τιμές), καταγράφηκε στα είδη διατροφής, που αποτελούν την πλέον ανελαστική δαπάνη. Την ίδια περίοδο το ποσοστό της μέσης μηνιαίας δαπάνης επί του οικογενειακού προϋπολογισμού αυξήθηκε για τα είδη διατροφής κατά 3,8 ποσοστιαίες μονάδες (από 16,4% σε 20,2%), για τη στέγαση κατά 2,3 μονάδες (από 11,8% σε 14,1%), για την υγεία κατά 0,8 (από 6,7% σε 7,5%) και για την εκπαίδευση κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες ( από 3,1% σε 3,2%). Αντιθέτως μείωση κατά 2,4 μονάδες σημειώθηκε στα ποσοστά της δαπάνης για είδη ένδυσης-υπόδησης (από 8,2% σε 5,8%).

Αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες των νοικοκυριών εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών. Συγκεκριμένα, μέχρι το 2016 παρατηρήθηκε στροφή των καταναλωτών σε φθηνότερα προϊόντα, κυρίως σε αμυλούχα τρόφιμα (ζυμαρικά, ρύζι), και ταυτόχρονα μείωση της δαπάνης για τρόφιμα υψηλής αξίας, χρηματικής και διατροφικής, όπως το κρέας, το ψάρι κ.ά. Το 2017 και το 2018 σημειώθηκε μια μικρή αύξηση της μηνιαίας δαπάνης για κρέας, ψάρι, καφέ, τσάι, φρούτα, χωρίς όμως να αλλάξει συνολικά η εικόνα της δεκαετίας.

Επίπεδο φτώχειας και συνθηκών διαβίωσης
Ενδεικτικά της κακής κατάστασης των ελληνικών νοικοκυριών την εξεταζόμενη περίοδο είναι τα στοιχεία των ετήσιων Ερευνών του Εισοδήματος και των Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ. Σύμφωνα με αυτά, ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2018 ανήλθε στο 31,8% (3.348.500 άτομα) του πληθυσμού της χώρας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2008 ήταν 28,1%. Η ελάχιστη σχετική τιμή στη δεκαετία διαπιστώθηκε το 2009 και ήταν 27,6% και η ανώτερη το 2014 και ήταν 36%. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών στερήθηκε για μια δεκαετία τουλάχιστον τέσσερις από τις εννέα βασικές ανάγκες ή, αλλιώς, στερήθηκε αρκετά από τα βασικά μέσα επιβίωσης. Ο δείκτης υλικής υστέρησης, που το 2009 βρισκόταν στο 11%, το 2011 ανήλθε στο 15,2%, κορυφώθηκε το 2016 αγγίζοντας το 22,4%, ενώ κάμφθηκε την τελευταία διετία της περιόδου, φτάνοντας το 2018 στο 16,7%. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στη μεγάλη αύξηση του δείκτη στις ηλικίες 0-17 ετών, καθώς από 11,9% το 2009 άγγιξε το 26,7% το 2016 (μέγιστη τιμή), για να υποχωρήσει στο 18,6% το 2018.

Στη σύγκρισή της με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες στην υλική υστέρηση η Ελλάδα το 2008 κατείχε την 5η θέση ενώ το 2018 την 3η. Μπορεί το ποσοστό να έχει μειωθεί την τελευταία διετία της περιόδου 2008-2018, αλλά η Ελλάδα το αύξησε στο σύνολο της διάρκειάς της σε σχέση με το 2008, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ που το έχουν μειώσει. Επίσης, σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ, τον Μάιο του 2018 η Ελλάδα βρέθηκε στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης από άποψη υλικών συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού. Τέλος, σύμφωνα με το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, οι επιπτώσεις από τη δεκαετή κρίση και την πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης», που εφαρμόστηκε για την αντιμετώπισή της, είναι εμφανέστατες στα ευρήματα του 2018, βάσει των οποίων τα 3 στα 10 νοικοκυριά διαβιούν με ετήσιο εισόδημα λιγότερο των 10.000 ευρώ, στο 1 από τα 2 νοικοκυριά το μηνιαίο εισόδημα δεν επαρκεί για όλο τον μήνα, τα 9 στα 10 νοικοκυριά αδυνατούν να αποταμιεύσουν, τα 2 στα 10 νοικοκυριά έχουν τουλάχιστον 1 άνεργο μέλος, για το 1 στα 2 νοικοκυριά η κύρια πηγή εισοδήματος είναι η σύνταξη, ενώ περισσότερα από τα 2 στα 10 νοικοκυριά έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία ή τις τράπεζες.


Εισοδηματική ανισότητα
Ενδιαφέρουσες, αλλά όχι σημαντικές αλλαγές καταγράφηκαν στη χώρα στη δεκαετία της κρίσης σε ό,τι αφορά την ανισότητα στην κατανομή του εισοδήματος. Ενδεικτικοί τη κατάστασης είναι οι δύο διαθέσιμοι δείκτες μέτρησής της, ο S80/S20 και ο συντελεστής Gini. Σύμφωνα με τον πρώτο, η διαφορά του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με το 20% του πιο φτωχού εξελίχθηκε ως εξής: Το 2008 το πλουσιότερο 20% των νοικοκυριών διέθετε εισόδημα 5,9 φορές μεγαλύτερο από το φτωχότερο 20%, από το 2011 έως το 2016 η διαφορά σταθεροποιήθηκε πάνω από τις 6 φορές (το 2016 έφτασε στη μέγιστη τιμή της, τις 6,6), ενώ το 2017 άρχισε η αποκλιμάκωση της διαφοράς, ώστε το 2018 ήταν 5,5. Ο συντελεστής Gini, που μετρά τη διαφορά του αποτελέσματος της σύγκρισης δύο τυχαίων εισοδημάτων ως ποσοστό του μέσου όρου, το 2008 προσδιορίστηκε στο 33,4%, ξεπέρασε το 34% την πενταετία 2012-2016 και το 2018 προσδιορίστηκε στο 32,4%. Με άλλα λόγια, αν επιλέξουμε δύο τυχαία άτομα του πληθυσμού, αναμένουμε ότι το εισόδημά τους θα διαφέρει κατά 32,4% του μέσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος. Σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα εξακολουθεί, όπως και στις αρχές της εξεταζόμενης δεκαετίας, να κατέχει την 4η θέση μετά τη Βουλγαρία, τη Λετονία και τη Ρουμανία.

Δημογραφική παρακμή
Μέσα σε αυτό πλαίσιο, είναι άμεσα κατανοητή η δημογραφική παρακμή της χώρας μεταξύ 2008 και 2018. Η μείωση του πληθυσμού από 11.060.937 άτομα το 2008 σε 10.741.165 το 2018, με συνεχόμενη μείωση από το 2011, δεν αποτελεί ένα συγκυριακό γεγονός. Σύμφωνα με το διακεκριμένο δημογράφο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, κ. Βύρωνα Κοτζαμάνη, η αύξηση του δείκτη γεννήσεων της περιόδου 1999-2008 κάμφθηκε από την κρίση, αφού ενισχύθηκε η προϋφιστάμενη τάση αύξησης της μέσης ηλικίας τεκνοποίησης των γυναικών. Το αποτέλεσμα του αυτοπεριορισμού των ζευγαριών, λόγω της μείωσης των εισοδημάτων τους, της τεράστιας ανεργίας των νέων και της ανασφάλειας για το μέλλον, ήταν οι γυναίκες που γεννήθηκαν μετά το 1985 να κάνουν λιγότερα από 1,6 παιδιά (αυτός ήταν ο μέσος όρος της προηγούμενης δεκαετίας), όταν για την αναπαραγωγή του πληθυσμού απαιτούνται 2,07 παιδιά ανά γυναίκα.

Ένας επιπλέον λόγος για το ζοφερό μέλλον που καθόρισε η κρίση, είναι πως ανατράπηκε το πλεονασματικό ισοζύγιο αναφορικά με την είσοδο ξένων στη χώρα (δεν αφορά τους πρόσφυγες). Από το 2010 και μετά εξαιτίας της μετανάστευσης (η καθαρή εκροή Ελλήνων την περίοδο 2008-2017 πλησίασε τις 200.000 άτομα), νέα άτομα αναπαραγωγικής ηλικίας έφυγαν, χωρίς να είναι καθόλου σίγουρο πως θα επιστρέψουν, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας να μειωθεί. Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, στα χρόνια της κρίσης οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 29.380 μεταξύ 2009 και 2017, όσο περίπου είχαν μειωθεί τη δεκαετία του 1940 (Εβδομαδιαίο Δελτίο ΣΕΒ, 6/12/2018). Τα παιδιά αυτά που δεν γεννήθηκαν ή δεν θα γεννώνται στο εξής, θα λείπουν ως παραγωγικό δυναμικό της χώρας στις δεκαετίες του 2030 και 2040, πράγμα που θα καθηλώσει τη δυνητική ανάπτυξη της χώρας.

Συμπεράσματα
Η δεκαετής κρίση και οι περιοριστικές πολιτικές για την υπέρβασή της είχαν και συνεχίζουν να έχουν δραματικές επιπτώσεις στην ευημερία των ελληνικών νοικοκυριών, οι οποίες συνιστούν επιβραδυντικό παράγοντα στη μελλοντική οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Συγκεκριμένα, στη δεκαετία 2008-2018 μειώθηκε η κατανάλωση των ελληνικών νοικοκυριών συνολικά κατά 33,5 δισ. ευρώ. Όλες οι κατηγορίες δαπανών υπέστησαν μείωση, με τα είδη διατροφής να καταγράφουν τη μικρότερη λόγω ανελαστικότητας. Ως αποτέλεσμα άλλαξαν τα καταναλωτικά πρότυπα των νοικοκυριών, προσαρμοζόμενα στις επιμέρους ιδιαιτερότητές τους (μισθών, ηλικίας, επαγγέλματος, αριθμού μελών του νοικοκυριού, περιοχής και προτιμήσεων). Οι διατροφικές συνήθειες πολλών νοικοκυριών άλλαξαν, καθώς αναγκάστηκαν να περιορίσουν τις αγορές προϊόντων υψηλής διατροφικής και χρηματικής αξίας και να τα αντικαταστήσουν με φθηνότερα αμυλούχα τρόφιμα. Η δεκαετία της κρίσης αύξησε σημαντικά τα νοικοκυριά σε κατάσταση φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού και επιδείνωσε στο μέγιστο βαθμό τις συνθήκες διαβίωσής τους, δίνοντας στην Ελλάδα μία από τις τελευταίες θέσεις της σχετικής κατάταξης των χωρών του ΟΟΣΑ.

Η εισοδηματική ανισότητα, ιδιαίτερα αυξημένη στα χρόνια πριν την κρίση, δεν παρουσίασε σημαντικές διαφοροποιήσεις. Στα μέσα της δεκαετίας παρουσίασε μικρή άνοδο, ενώ τα τελευταία δύο χρόνια της περιόδου επανήλθε στα προ κρίσης ποσοστά. Το δημογραφικό πρόβλημα, υπαρκτό στα χρόνια πριν την κρίση, επιδεινώθηκε ανησυχητικά λόγω της περιοριστικής μισθολογικής πολιτικής και αποτελεί πλέον τροχοπέδη στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Εν κατακλείδι, αν θέλει κάποιος να σαρκάσει την κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών την περίοδο της ύφεσης, μπορεί να επαναλάβει την ατάκα απορίας ενός Αμερικανού ηθοποιού του Μεσοπολέμου, που περιέγραφε γλαφυρά την κατάσταση της πλειονότητας των νοικοκυριών της εποχής του: «Γιατί περισσεύει τόσος πολύς μήνας στο τέλος του μισθού»;

Η ελληνική «μεσαία τάξη» σήμερα
Όπως προκύπτει από τις φορολογικές δηλώσεις για τα εισοδήματα του 2017, το 52% των υπόχρεων εμφάνισαν οικογενειακό εισόδημα κάτω των 8.000 ευρώ και το 83% κάτω των 20.000 ευρώ. Σε λίγο περισσότερες από τις μισές φορολογικές δηλώσεις των νοικοκυριών με δύο τέκνα δηλώθηκε οικογενειακό εισόδημα κάτω των 15.000 ευρώ (πηγή ΑΑΔΕ). Κατά τις εκτιμήσεις της τελευταίας έρευνας εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ, το μέσο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας το 2017 ήταν 15.556 ευρώ, ενώ το ατομικό 7.863 ευρώ.

σελφ σερβις (T. 500)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2020 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION