σελφ σερβις - Ασφαλιστική μεταρρύθμιση: Ως τα βαθιά γεράματα. Σκεφτείτε το!

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2020

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οικονομία

Ασφαλιστική μεταρρύθμιση: Ως τα βαθιά γεράματα. Σκεφτείτε το!

2 Ιουνίου 2020 | 09:54 Γράφει ο Αλέξανδρος  Πεστιμαλτζόγλου Topics: Νομοθεσία

Η κοινωνική ασφάλεια, ως πεδίο κοινωνικής τριβής πολύ ιδιαίτερο, καθότι σχετιζόμενο με την υγεία, την πρόνοια και τις συντάξεις όλων των εργαζομένων, αποτελεί μηχανισμό σταθεροποίησης του υφιστάμενου κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Γι’ αυτό οι θεσμικοί φορείς των κοινωνικών συμφερόντων ασκούν κριτική και καταθέτουν προτάσεις αναφορικά με τα ασφαλιστικά σχέδια της πολιτείας, που νομοθετεί. Θερμό ενδιαφέρον γι’ αυτά τα σχέδια δεν μπορεί παρά να έχει και ο εγχώριος κλάδος της λιανικής τροφίμων, καθώς το σύνολο των απασχολούμενών του, αυτοαπασχολούμενων και μισθωτών, κυμαίνεται περί τα 200.000 άτομα.

Tο πρόσφατα ψηφισθέν ασφαλιστικό μοντέλο (η μεταρρύθμιση) αντικαθιστά ή ορθότερα βαθαίνει το νόμο της προηγούμενης κυβέρνησης (το ισχύον σύστημα). Και τα δύο σχέδια τεκμαίρονται στη βάση συγκεκριμένων θεωρητικών κατασκευών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την κυρίαρχη ανάγνωση, η ασφαλιστική κρίση διαχρονικά οφείλεται στις «υπερβολικές παροχές» του κοινωνικού κράτους των προηγούμενων δεκαετιών, που επικρίνονται ως «πολυτέλεια» για τις αντοχές της οικονομίας. Σε συγγενές πλαίσιο, μια ηθικο-πολιτισμικού χαρακτήρα προσέγγιση αποφαίνεται περί αιτιακής σύνδεσης της «γενναιοδωρίας» της κοινωνικής ασφάλισης με μια υποτιθέμενη τάση οκνηρίας και παθητικότητας των ασφαλισμένων. Μια τρίτη θεωρητική κατασκευή αναγνωρίζει στη μέριμνα του κοινωνικού κράτους για την κοινωνική ασφάλιση την αποστέρηση πόρων από παραγωγικές επενδύσεις. Και μια παρεμφερής θεώρηση συμπεραίνει ότι το υψηλό μη μισθολογικό κόστος των εργοδοτών για το προσωπικό των επιχειρήσεων υπονομεύει την ανταγωνιστικότητά τους. Ως ιδεολογική κατακλείδα προβάλλεται δε η θέση ότι το κράτος πρόνοιας ακυρώνει τις ατομικές ελευθερίες και προτιμήσεις του ασφαλισμένου, στερώντας του την επιλογή μεταξύ περισσότερων φορέων υγείας και σύνταξης.

Σύμφωνα με τον αντίλογο, η υγεία του εργαζόμενου, η πρόνοια και η σύνταξή του επ’ ουδενί λόγω μπορεί να νοούνται ως «πολυτέλεια» για τις αντοχές της οικονομίας, εφόσον αποτελούν δείκτη της αντοχής της καθαυτήν (το πιστοποιεί, άλλωστε, το άφρον έλλειμμα παντού των συστημάτων δημόσιας υγείας υπό συνθήκες πανδημίας), όπως και της κοινωνικής συνοχής ως προϋπόθεση της αντοχής της. Αναφορικά με τις ηθικοπολιτικές κριτικές, αρκεί και μόνον το εύρημα πρόσφατης έρευνας του ΟΟΣΑ ότι οι «οκνηροί» Έλληνες εργάζονται 264 περισσότερες ώρες το χρόνο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (1.682 ώρες). Στο ίδιο πλαίσιο, στο αξιολογικό πρωτείο της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας αντιπαρατίθεται το συνταγματικό πρωτείο της κοινωνικής διάστασης της οικονομίας και της οικονομικής πολιτικής, ενώ η διευρυμένη κοινωνική λειτουργία του κράτους αιτιολογείται ως προτεραιότητα εγγύησης του δικαιώματος των πολλών, που δεν έχουν την ελευθερία επιλογής μεταξύ περισσότερων φορέων υγείας και σύνταξης, έναντι όσων δεν χρειάζονται τέτοια εγγύηση. Ως προς το τελευταίο σημειώνουμε, σύμφωνα με το δελτίο του ΣΕΒ, πως το 67% των συν-Ελλήνων, διαθέτοντας ρευστότητα κάτω του 25% του επιπέδου φτώχειας (δηλαδή δεν έχουν ούτε 1.000 ευρώ), ασφαλώς και δεν βιώνουν έλλειψη ασφαλιστικής ελευθερίας…

Ανέκαθεν …απασφαλισμένο το ασφαλιστικό
Αναντίρρητα η κατάσταση του ασφαλιστικού μας συστήματος είναι προβληματική. Η διερεύνηση διαχρονικά της πορείας της κοινωνικής ασφάλισης δίνει τη δυνατότητα μιας πληρέστερης κατανόησης των στοιχείων που συνδέονται αιτιακά με τις παθογένειές της. Ένα μείζον πρόβλημα ήταν και είναι η μεγάλη εισφοροδιαφυγή, η ανασφάλιστη-«μαύρη» εργασία (το 2007 έφτανε τα 4 δισ. ευρώ, ενώ, σύμφωνα με το ΣΕΠΕ, το ποσοστό της το 2013 έφτασε σε κλάδους υψηλής παραβατικότητας το 40,5%).

Επίσης, η νομότυπη απαλλαγή των εργοδοτών από τις εισφορές ή οι μειωμένες εισφορές (νόμοι 3213/55, 1377/73, 289/76, 849/78) και οι ανείσπρακτες οφειλές προς το ΙΚΑ (το 2006 έφταναν τα 3,6 δισ. ευρώ, ενώ οι οφειλές που διαβιβάστηκαν στο ΚΕΑΟ στις 30/09/2019 έφτασαν τα 29,3 δισ. ευρώ) επιδείνωσαν την οικονομική κατάσταση των ταμείων. Επιπλέον, η μειούμενη πορεία της κρατικής χρηματοδότησης (18,9 δισ. ευρώ το 2010 έναντι 8,6 δισ. ευρώ το 2015) και η σκανδαλώδης διαχείριση των αποθεματικών των ταμείων τα οδήγησαν σε μεγάλες απώλειες (26 δισ. ευρώ το 2009 και 4,5 δισ. ευρώ το 2013). Αναλυτικότερα, το 1990 η χρηματοδότηση από το κράτος έφτανε το 27,8% των εσόδων του ΙΚΑ, ενώ το 2006 το 15,8% (επίσης, το 2018 ανήλθε στο 5,5% του ΑΕΠ, το 2020 προβλέπεται να φτάσει στο 5,1%, το 2030 στο 4,8% και το 2070 στο 3,3%). Εξάλλου, από το 1950 με το νόμο 1611 τα αποθεματικά των ταμείων δεσμεύονταν υποχρεωτικά από την Τράπεζα της Ελλάδος με επιτόκιο 4%, όταν το επιτόκιο καταθέσεων ήταν 10%-20%!

Το 1992 τα ταμεία χρειάστηκαν χρήματα και δανείστηκαν από τις τράπεζες με επιτόκιο 32%... Από τη δεκαετία του 1980 μέρος των αποθεματικών τοποθετήθηκε σε μετοχές. Αρχικά το ποσοστό ήταν 10%, το 1992 έφτασε το 20% και το 1999 το 23%. Από την εν λόγω τοποθέτηση τα ταμεία έχασαν την περίοδο 1999-2001 περί τα 3,46 δισ. ευρώ και από τα δομημένα ομόλογα 17%-20%. Στη διάρκεια δε της κρίσης τα αποθεματικά τους δέχθηκαν νέο σφοδρό πλήγμα, αφού με τη διαδικασία του PSI το 2012 έχασαν 14 δισ. ευρώ και λόγω της υψηλής ανεργίας μόνο το 2014 έχασαν 6,5 δισ. ευρώ, ενώ εξαιτίας της μείωσης των μισθών έχασαν ακόμα 4 δισ. ευρώ.

Tο πρόσφατα ψηφισθέν ασφαλιστικό μοντέλο (η μεταρρύθμιση) αντικαθιστά ή ορθότερα βαθαίνει το νόμο της προηγούμενης κυβέρνησης (το ισχύον σύστημα). Και τα δύο σχέδια τεκμαίρονται στη βάση συγκεκριμένων θεωρητικών κατασκευών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την κυρίαρχη ανάγνωση, η ασφαλιστική κρίση διαχρονικά οφείλεται στις «υπερβολικές παροχές» του κοινωνικού κράτους των προηγούμενων δεκαετιών, που επικρίνονται ως «πολυτέλεια» για τις αντοχές της οικονομίας. Σε συγγενές πλαίσιο, μια ηθικο-πολιτισμικού χαρακτήρα προσέγγιση αποφαίνεται περί αιτιακής σύνδεσης της «γενναιοδωρίας» της κοινωνικής ασφάλισης με μια υποτιθέμενη τάση οκνηρίας και παθητικότητας των ασφαλισμένων. Μια τρίτη θεωρητική κατασκευή αναγνωρίζει στη μέριμνα του κοινωνικού κράτους για την κοινωνική ασφάλιση την αποστέρηση πόρων από παραγωγικές επενδύσεις. Και μια παρεμφερής θεώρηση συμπεραίνει ότι το υψηλό μη μισθολογικό κόστος των εργοδοτών για το προσωπικό των επιχειρήσεων υπονομεύει την ανταγωνιστικότητά τους. Ως ιδεολογική κατακλείδα προβάλλεται δε η θέση ότι το κράτος πρόνοιας ακυρώνει τις ατομικές ελευθερίες και προτιμήσεις του ασφαλισμένου, στερώντας του την επιλογή μεταξύ περισσότερων φορέων υγείας και σύνταξης.

Σύμφωνα με τον αντίλογο, η υγεία του εργαζόμενου, η πρόνοια και η σύνταξή του επ’ ουδενί λόγω μπορεί να νοούνται ως «πολυτέλεια» για τις αντοχές της οικονομίας, εφόσον αποτελούν δείκτη της αντοχής της καθαυτήν (το πιστοποιεί, άλλωστε, το άφρον έλλειμμα παντού των συστημάτων δημόσιας υγείας υπό συνθήκες πανδημίας), όπως και της κοινωνικής συνοχής ως προϋπόθεση της αντοχής της. Αναφορικά με τις ηθικοπολιτικές κριτικές, αρκεί και μόνον το εύρημα πρόσφατης έρευνας του ΟΟΣΑ ότι οι «οκνηροί» Έλληνες εργάζονται 264 περισσότερες ώρες το χρόνο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (1.682 ώρες). Στο ίδιο πλαίσιο, στο αξιολογικό πρωτείο της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας αντιπαρατίθεται το συνταγματικό πρωτείο της κοινωνικής διάστασης της οικονομίας και της οικονομικής πολιτικής, ενώ η διευρυμένη κοινωνική λειτουργία του κράτους αιτιολογείται ως προτεραιότητα εγγύησης του δικαιώματος των πολλών, που δεν έχουν την ελευθερία επιλογής μεταξύ περισσότερων φορέων υγείας και σύνταξης, έναντι όσων δεν χρειάζονται τέτοια εγγύηση. Ως προς το τελευταίο σημειώνουμε, σύμφωνα με το δελτίο του ΣΕΒ, πως το 67% των συν-Ελλήνων, διαθέτοντας ρευστότητα κάτω του 25% του επιπέδου φτώχειας (δηλαδή δεν έχουν ούτε 1.000 ευρώ), ασφαλώς και δεν βιώνουν έλλειψη ασφαλιστικής ελευθερίας…

Ανέκαθεν …απασφαλισμένο το ασφαλιστικό
Αναντίρρητα η κατάσταση του ασφαλιστικού μας συστήματος είναι προβληματική. Η διερεύνηση διαχρονικά της πορείας της κοινωνικής ασφάλισης δίνει τη δυνατότητα μιας πληρέστερης κατανόησης των στοιχείων που συνδέονται αιτιακά με τις παθογένειές της. Ένα μείζον πρόβλημα ήταν και είναι η μεγάλη εισφοροδιαφυγή, η ανασφάλιστη-«μαύρη» εργασία (το 2007 έφτανε τα 4 δισ. ευρώ, ενώ, σύμφωνα με το ΣΕΠΕ, το ποσοστό της το 2013 έφτασε σε κλάδους υψηλής παραβατικότητας το 40,5%).

Επίσης, η νομότυπη απαλλαγή των εργοδοτών από τις εισφορές ή οι μειωμένες εισφορές (νόμοι 3213/55, 1377/73, 289/76, 849/78) και οι ανείσπρακτες οφειλές προς το ΙΚΑ (το 2006 έφταναν τα 3,6 δισ. ευρώ, ενώ οι οφειλές που διαβιβάστηκαν στο ΚΕΑΟ στις 30/09/2019 έφτασαν τα 29,3 δισ. ευρώ) επιδείνωσαν την οικονομική κατάσταση των ταμείων. Επιπλέον, η μειούμενη πορεία της κρατικής χρηματοδότησης (18,9 δισ. ευρώ το 2010 έναντι 8,6 δισ. ευρώ το 2015) και η σκανδαλώδης διαχείριση των αποθεματικών των ταμείων τα οδήγησαν σε μεγάλες απώλειες (26 δισ. ευρώ το 2009 και 4,5 δισ. ευρώ το 2013). Αναλυτικότερα, το 1990 η χρηματοδότηση από το κράτος έφτανε το 27,8% των εσόδων του ΙΚΑ, ενώ το 2006 το 15,8% (επίσης, το 2018 ανήλθε στο 5,5% του ΑΕΠ, το 2020 προβλέπεται να φτάσει στο 5,1%, το 2030 στο 4,8% και το 2070 στο 3,3%). Εξάλλου, από το 1950 με το νόμο 1611 τα αποθεματικά των ταμείων δεσμεύονταν υποχρεωτικά από την Τράπεζα της Ελλάδος με επιτόκιο 4%, όταν το επιτόκιο καταθέσεων ήταν 10%-20%!

Το 1992 τα ταμεία χρειάστηκαν χρήματα και δανείστηκαν από τις τράπεζες με επιτόκιο 32%... Από τη δεκαετία του 1980 μέρος των αποθεματικών τοποθετήθηκε σε μετοχές. Αρχικά το ποσοστό ήταν 10%, το 1992 έφτασε το 20% και το 1999 το 23%. Από την εν λόγω τοποθέτηση τα ταμεία έχασαν την περίοδο 1999-2001 περί τα 3,46 δισ. ευρώ και από τα δομημένα ομόλογα 17%-20%. Στη διάρκεια δε της κρίσης τα αποθεματικά τους δέχθηκαν νέο σφοδρό πλήγμα, αφού με τη διαδικασία του PSI το 2012 έχασαν 14 δισ. ευρώ και λόγω της υψηλής ανεργίας μόνο το 2014 έχασαν 6,5 δισ. ευρώ, ενώ εξαιτίας της μείωσης των μισθών έχασαν ακόμα 4 δισ. ευρώ.


«Κείον νόμιμον»;
Προκειμένου, λοιπόν, να γλιτώσει η ελληνική κοινωνία το «κείον νόμιμον» (δηλαδή, τη θεσμιμένη ευθανασία των γερόντων στην αρχαία Κέω ή Κέα, τη Τζιά), αναζητείται νέο, βιώσιμο ασφαλιστικό σχέδιο. Ο νέος νόμος αποτελεί συνέχεια του νόμου 4387/2016 με μικροαλλαγές (νέες εισφορές αυτοαπασχολουμένων, άρση περικοπής των επικουρικών συντάξεων, τροποποίηση των ποσοστών αναπλήρωσης της κύριας σύνταξης, μείωση των εισφορών κατά 0,9% κ.ά.). Το βασικό χαρακτηριστικό των εν λόγω ασφαλιστικών σχεδίων και η μεγάλη τους διαφορά ως προς τα προηγούμενα είναι πως καθιερώνουν τη μετατροπή του χαρακτήρα του συστήματος από αναδιανεμητικό σε ανταποδοτικό ή κεφαλαιοποιητικό, με τρείς πυλώνες. Ο πρώτος θα εξασφαλίζει την «ελάχιστη εγγυημένη σύνταξη», που θα καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ο δεύτερος πυλώνας, ο εργασιακός, σχετίζεται με τα ασφαλιστικά ταμεία και θα αποτελεί τη βασική συνταξιοδοτική πηγή, που θα χρηματοδοτείται από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη. Οι υγειονομικές παροχές και η σύνταξη που θα παρέχουν, θα συναρτώνται με τις καταβεβλημένες εισφορές και την απόδοση που θα έχει η επένδυση-διαχείρισή τους. Ο τρίτος πυλώνας ή «ατομικός» θα βαρύνει αποκλειστικά τον εργαζόμενο και θα υλοποιείται στο πλαίσιο ατομικών συμβολαίων με ιδιωτικές εταιρείες. Η διαδικασία αυτή εν τέλει σηματοδοτεί το πέρασμα της ασφαλιστικής προστασίας σε ένα καθεστώς ισορροπίας της δημόσιας και της ιδιωτικής ασφάλισης, με έμφαση στη δεύτερη.

Η «νέα» στρατηγική για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση προβάλλεται ως αναγκαία, αλλά γεννά νέα ερωτήματα: Οι εφαρμογές της είναι αιτιακά τεκμηριωμένες; Ποια είναι η διεθνής εμπειρία από την εφαρμογή αντίστοιχων ασφαλιστικών σχεδίων; Η δυνατότητα μόχλευσης των αποθεματικών των επαγγελματικών ταμείων-εταιρειών θα εξασφαλίζει περισσότερες παροχές για τους ασφαλιζομένους συγκριτικά με τους δημόσιους οργανισμούς; Θα καλύπτονται όλες οι πληθυσμιακές κατηγορίες ή οι ευπαθείς ομάδες με «γενετικά επικίνδυνα γονίδια» θα αποκλείονται; Θα έχει τη δυνατότητα το νέο σύστημα υγείας και ασφάλισης να ανταποκρίνεται σε καταστάσεις επιδημιών, όπως του κορωναϊού σήμερα; Πώς θα αντιδράσουν οι ασφαλιστικές εταιρείες, επαγγελματικές και ιδιωτικές, όταν εξαιτίας τυχόν επιδημιών, πανδημιών ή οικονομικής κρίσης οι προσδοκίες για γιγάντια κέρδη θα μετατρέπονται σε τεράστιες ζημίες;

Η οποιαδήποτε απάντηση οφείλει να αξιώνει τον αποκλεισμό του «κείον νόμιμον». Πάντως, στην αναλογιστική μελέτη, που συνοδεύει την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, προβάλλεται ένα εφιαλτικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο το ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης μέλλει να αυξηθεί στα 68 έτη το 2024, στα 69 το 2036 και στα 72 το 2066!

Το 32,31% των εργαζομένων στα δίκτυα του κλάδου είναι ηλικίας 15-34 ετών και το 50,57% μεταξύ 35 και 49 ετών (βλέπε έρευνα σελφ σέρβις, Σεπτέμβριος 2018). Συνεπώς σχετικά σύντομα οι επιχειρήσεις του κλάδου θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα γήρανσης του προσωπικού τους, ενώ οι νέοι τους ασφαλισμένοι θα πρέπει να δουλέψουν ως τα βαθιά τους γεράματα. Σκεφτείτε το!

σελφ σερβις (T. 504)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2020 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION