σελφ σερβις - Σε μεγάλη απόσταση οι δαπάνες από τις πραγματικές ανάγκες

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2020

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οικονομία

Σε μεγάλη απόσταση οι δαπάνες από τις πραγματικές ανάγκες

27 Οκτωβρίου 2020 | 09:51 Γράφει ο Αλέξανδρος  Πεστιμαλτζόγλου Topics: Βιομηχανία,Έρευνα,Λιανεμπόριο

Η οικονομική θέση των ελληνικών νοικοκυριών βελτιώθηκε πέρυσι συγκριτικά με το 2018, μετά την ιλιγγιώδη συρρίκνωσή της στα χρόνια της κρίσης, σύμφωνα το πόρισμα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών για το 2019, που έδωσε στη δημοσιότητα η ΕΛΣΤΑΤ στα τέλη του Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, η αναπόφευκτη λόγω ανέχειας εμμονή των νοικοκυριών σε ένα καταναλωτικό πρότυπο, που δίνει προτεραιότητα στην κάλυψη των βασικών αναγκών, αλλά και η διεύρυνση της ανισότητας μεταξύ του φτωχότερου και του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού, δείχνουν πως το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι εγγενώς προβληματικό.

Η έρευνα διενεργήθηκε σε δείγμα 6.180 ιδιωτικών νοικοκυριών της χώρας για δώδεκα βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών ατομικής κατανάλωσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, η συνολική ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών το 2019 ανήλθε στα 72.347.256.104 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξης του 2,3% συγκριτικά με το 2018. Αντίστοιχα, η μέση ετήσια δαπάνη ανήλθε στα 17.738,64 ευρώ, αυξημένη κατά 2,5% σε σχέση με το 2018 (ή κατά 430,44 ευρώ) και μειωμένη κατά 30,3% συγκριτικά με το 2008. Η μέση μηνιαία δαπάνη το 2019 ανήλθε στα 1.478,22 ευρώ –το 50% των νοικοκυριών ξόδευε περισσότερα από 1.151 ευρώ το μήνα. Επίσης, η μέση ετήσια δαπάνη κατ’ άτομο το 2019 ανήλθε στα 6.942,84 ευρώ, αυξημένη κατά 2,5% (ή κατά 168,84 ευρώ) ετησίως συγκριτικά με το 2018. Ωστόσο, υπολογιζόμενης της επίδρασης του πληθωρισμού το 2019 (ΔΤΚ:0,8%), η πραγματική μεταβολή της μέσης ετήσιας δαπάνης των νοικοκυριών ήταν της τάξης του 1,7% ή των 291,96 ευρώ.

Καταναλωτικό πρότυπο
Η συρρίκνωση του «καλαθιού της νοικοκυράς» ως συνέπεια των πολιτικών της «εσωτερικής υποτίμησης» εξακολουθεί δυστυχώς να καθορίζει το επίπεδο ζωής και το καταναλωτικό πρότυπο στη χώρα. Απόδειξη, η εξέλιξη της μέσης μηνιαίας δαπάνης από τα χειρότερά της το 2016, δηλαδή τα 1.392,3 ευρώ, στα καλύτερά της το 2019, δηλαδή τα 1.478,22 ευρώ. Η σωρευτική αύξηση στην τετραετία μόλις κατά 85,92 ευρώ μηνιαίως για το μέσο νοικοκυριό είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στη συνολική απώλεια 642,18 ευρώ από το ύψος των μηνιαίων δαπανών του 2008. Αναλυτικότερα, το μεγαλύτερο μερίδιο δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, ήτοι το 20%, αφορά είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά. Ακολουθούν οι δαπάνες για στέγαση με μέσο ποσοστό 14% (τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία δαπάνησαν το 17,7% του προϋπολογισμού τους για ενοίκιο), για μεταφορές με 13,4% και για υπηρεσίες εκπαίδευσης μόλις με 3,3%.

Η αύξηση των δαπανών σε σχέση με το 2018, υπολογιζόμενη ως ποσοστιαία μεταβολή, παρουσίασε τη μεγαλύτερη τιμή της στις δαπάνες αναψυχής και πολιτισμού με ποσοστό 6%, ενώ ακολούθησαν οι δαπάνες για ξενοδοχεία-καφενεία κι εστιατόρια με 5,4%, οι μεταφορές με 5,4% και οι δαπάνες για τα διαρκή αγαθά με 4,8%.

Η μικρότερη θετική ποσοστιαία μεταβολή, 1,4%, που αφορά τα είδη ένδυσης-υπόδησης, ανέκοψε μεν την πτωτική πορεία του σχετικού κλάδου, αλλά η ζημιά που έχει υποστεί είναι απερίγραπτη, δεδομένου ότι η συνολική μείωση των μέσων οικογενειακών δαπανών για τα προϊόντα του από το 2008 είναι της τάξης του 50,8%! Τις μεγαλύτερες αρνητικές ποσοστιαίες μεταβολές παρουσίασαν οι κατηγορίες των οινοπνευματωδών ποτών και καπνού (-4,6%) και της υγείας (-3,5%). Οι υποκατηγορίες αγαθών που παρουσίασαν τη μεγαλύτερη αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης ήταν του καφέ-κακάο-τσαγιού με 8,7%, των λαχανικών με 6,5% και των ψαριών με 6,2%. Αντίθετα, τη μεγαλύτερη μείωση παρουσίασαν οι υποκατηγορίες των ελαίων-λιπών (2,5%), των λοιπών ειδών διατροφής (1,8%) και του κρέατος (0,8%).

Τα προαναφερόμενα ευρήματα της έρευνας προσδιορίζουν τον κυρίαρχο τρόπο καταναλωτικής συμπεριφοράς των νοικοκυριών για το 2019. Όπως προαναφέρθηκε, η βελτίωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης ήταν θετική εξέλιξη, αλλά ανίσχυρη να επαναφέρει την πλειονότητα των νοικοκυριών στην κανονικότητα. Η προτεραιότητα στην κάλυψη των βασικών αναγκών φυσικής και κοινωνικής αναπαραγωγής καθορίζει τον γενικό χαρακτήρα του προτύπου κατανάλωσης, ο οποίος εξαρτάται από την εργασία-απασχόληση των μελών των νοικοκυριών και δευτερευόντως από επί μέρους διαφοροποιήσεις, σχετικές με ηλικιακές και χωρικές ιδιαιτερότητές τους.

Συγκεκριμένα, τα νοικοκυριά με υπεύθυνο άνεργο ή οικονομικά μη ενεργό δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 74% της μέσης μηνιαίας δαπάνης τους για την κάλυψη τέτοιων αναγκών, με μισθωτό το 122,8%, ενώ όταν ο υπεύθυνος ήταν αυτοαπασχολούμενος με μισθωτούς το ποσοστό εκτινάχθηκε στο 218,1%. Οι εν λόγω τιμές είναι ενδεικτικές των διαφορών που προκύπτουν από την εργασιακή-εισοδηματική κατάσταση των καταναλωτών. Ακολούθως, το 2019 τα νοικοκυριά με ένα άτομο, 65 ετών και άνω, δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 44,5% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, δηλαδή 657,31 ευρώ, ενώ τα νοικοκυριά με ένα άτομο 65 και κάτω δαπάνησαν το 68,6%. Επίσης, τα νοικοκυριά με ένα ζευγάρι και δύο παιδιά δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 149,5% της μέση μηνιαίας δαπάνης ή το ποσό των 2.210,5 ευρώ. Προσέτι η μέση μηνιαία δαπάνη επηρεάζεται από την ηλικία του υπεύθυνου του νοικοκυριού: Οι ηλικίας 45-54 ετών δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 128% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, ενώ οι ηλικίας 75 ετών και άνω μόλις το 57,9%. Τα εν λόγω στοιχεία δείχνουν, μεταξύ άλλων, την οικονομική στενότητα των απόμαχων της δουλειάς, αφού οι συντάξεις τους, που υπέστησαν συντριπτικές μειώσεις στα χρόνια της κρίσης, δεν έχουν αποκατασταθεί. Επιπλέον, η υπερκάλυψη της μέσης μηνιαίας δαπάνης από τα νοικοκυριά με παιδιά, αναδεικνύει την απόσταση που χωρίζει τις μέσες καταγεγραμμένες δαπάνες από τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών. Ανάλογο συμπέρασμα προκύπτει από τις διαφορές σε χωρικό επίπεδο, αφού τα αγροτικά νοικοκυριά δαπάνησαν κατά μέσο όρο 24% λιγότερα χρήματα από τα νοικοκυριά των αστικών περιοχών.

Ανισότητες κατεγράφησαν και σε επίπεδο περιφερειών. Π.χ. τα νοικοκυριά της πλούσιας Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου δαπάνησαν το 113,3% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, ενώ τα νοικοκυριά της φτωχότερης Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας το 72,9%.

Η έρευνα διενεργήθηκε σε δείγμα 6.180 ιδιωτικών νοικοκυριών της χώρας για δώδεκα βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών ατομικής κατανάλωσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, η συνολική ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών το 2019 ανήλθε στα 72.347.256.104 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξης του 2,3% συγκριτικά με το 2018. Αντίστοιχα, η μέση ετήσια δαπάνη ανήλθε στα 17.738,64 ευρώ, αυξημένη κατά 2,5% σε σχέση με το 2018 (ή κατά 430,44 ευρώ) και μειωμένη κατά 30,3% συγκριτικά με το 2008. Η μέση μηνιαία δαπάνη το 2019 ανήλθε στα 1.478,22 ευρώ –το 50% των νοικοκυριών ξόδευε περισσότερα από 1.151 ευρώ το μήνα. Επίσης, η μέση ετήσια δαπάνη κατ’ άτομο το 2019 ανήλθε στα 6.942,84 ευρώ, αυξημένη κατά 2,5% (ή κατά 168,84 ευρώ) ετησίως συγκριτικά με το 2018. Ωστόσο, υπολογιζόμενης της επίδρασης του πληθωρισμού το 2019 (ΔΤΚ:0,8%), η πραγματική μεταβολή της μέσης ετήσιας δαπάνης των νοικοκυριών ήταν της τάξης του 1,7% ή των 291,96 ευρώ.

Καταναλωτικό πρότυπο
Η συρρίκνωση του «καλαθιού της νοικοκυράς» ως συνέπεια των πολιτικών της «εσωτερικής υποτίμησης» εξακολουθεί δυστυχώς να καθορίζει το επίπεδο ζωής και το καταναλωτικό πρότυπο στη χώρα. Απόδειξη, η εξέλιξη της μέσης μηνιαίας δαπάνης από τα χειρότερά της το 2016, δηλαδή τα 1.392,3 ευρώ, στα καλύτερά της το 2019, δηλαδή τα 1.478,22 ευρώ. Η σωρευτική αύξηση στην τετραετία μόλις κατά 85,92 ευρώ μηνιαίως για το μέσο νοικοκυριό είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στη συνολική απώλεια 642,18 ευρώ από το ύψος των μηνιαίων δαπανών του 2008. Αναλυτικότερα, το μεγαλύτερο μερίδιο δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, ήτοι το 20%, αφορά είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά. Ακολουθούν οι δαπάνες για στέγαση με μέσο ποσοστό 14% (τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία δαπάνησαν το 17,7% του προϋπολογισμού τους για ενοίκιο), για μεταφορές με 13,4% και για υπηρεσίες εκπαίδευσης μόλις με 3,3%.

Η αύξηση των δαπανών σε σχέση με το 2018, υπολογιζόμενη ως ποσοστιαία μεταβολή, παρουσίασε τη μεγαλύτερη τιμή της στις δαπάνες αναψυχής και πολιτισμού με ποσοστό 6%, ενώ ακολούθησαν οι δαπάνες για ξενοδοχεία-καφενεία κι εστιατόρια με 5,4%, οι μεταφορές με 5,4% και οι δαπάνες για τα διαρκή αγαθά με 4,8%.

Η μικρότερη θετική ποσοστιαία μεταβολή, 1,4%, που αφορά τα είδη ένδυσης-υπόδησης, ανέκοψε μεν την πτωτική πορεία του σχετικού κλάδου, αλλά η ζημιά που έχει υποστεί είναι απερίγραπτη, δεδομένου ότι η συνολική μείωση των μέσων οικογενειακών δαπανών για τα προϊόντα του από το 2008 είναι της τάξης του 50,8%! Τις μεγαλύτερες αρνητικές ποσοστιαίες μεταβολές παρουσίασαν οι κατηγορίες των οινοπνευματωδών ποτών και καπνού (-4,6%) και της υγείας (-3,5%). Οι υποκατηγορίες αγαθών που παρουσίασαν τη μεγαλύτερη αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης ήταν του καφέ-κακάο-τσαγιού με 8,7%, των λαχανικών με 6,5% και των ψαριών με 6,2%. Αντίθετα, τη μεγαλύτερη μείωση παρουσίασαν οι υποκατηγορίες των ελαίων-λιπών (2,5%), των λοιπών ειδών διατροφής (1,8%) και του κρέατος (0,8%).

Τα προαναφερόμενα ευρήματα της έρευνας προσδιορίζουν τον κυρίαρχο τρόπο καταναλωτικής συμπεριφοράς των νοικοκυριών για το 2019. Όπως προαναφέρθηκε, η βελτίωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης ήταν θετική εξέλιξη, αλλά ανίσχυρη να επαναφέρει την πλειονότητα των νοικοκυριών στην κανονικότητα. Η προτεραιότητα στην κάλυψη των βασικών αναγκών φυσικής και κοινωνικής αναπαραγωγής καθορίζει τον γενικό χαρακτήρα του προτύπου κατανάλωσης, ο οποίος εξαρτάται από την εργασία-απασχόληση των μελών των νοικοκυριών και δευτερευόντως από επί μέρους διαφοροποιήσεις, σχετικές με ηλικιακές και χωρικές ιδιαιτερότητές τους.

Συγκεκριμένα, τα νοικοκυριά με υπεύθυνο άνεργο ή οικονομικά μη ενεργό δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 74% της μέσης μηνιαίας δαπάνης τους για την κάλυψη τέτοιων αναγκών, με μισθωτό το 122,8%, ενώ όταν ο υπεύθυνος ήταν αυτοαπασχολούμενος με μισθωτούς το ποσοστό εκτινάχθηκε στο 218,1%. Οι εν λόγω τιμές είναι ενδεικτικές των διαφορών που προκύπτουν από την εργασιακή-εισοδηματική κατάσταση των καταναλωτών. Ακολούθως, το 2019 τα νοικοκυριά με ένα άτομο, 65 ετών και άνω, δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 44,5% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, δηλαδή 657,31 ευρώ, ενώ τα νοικοκυριά με ένα άτομο 65 και κάτω δαπάνησαν το 68,6%. Επίσης, τα νοικοκυριά με ένα ζευγάρι και δύο παιδιά δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 149,5% της μέση μηνιαίας δαπάνης ή το ποσό των 2.210,5 ευρώ. Προσέτι η μέση μηνιαία δαπάνη επηρεάζεται από την ηλικία του υπεύθυνου του νοικοκυριού: Οι ηλικίας 45-54 ετών δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 128% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, ενώ οι ηλικίας 75 ετών και άνω μόλις το 57,9%. Τα εν λόγω στοιχεία δείχνουν, μεταξύ άλλων, την οικονομική στενότητα των απόμαχων της δουλειάς, αφού οι συντάξεις τους, που υπέστησαν συντριπτικές μειώσεις στα χρόνια της κρίσης, δεν έχουν αποκατασταθεί. Επιπλέον, η υπερκάλυψη της μέσης μηνιαίας δαπάνης από τα νοικοκυριά με παιδιά, αναδεικνύει την απόσταση που χωρίζει τις μέσες καταγεγραμμένες δαπάνες από τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών. Ανάλογο συμπέρασμα προκύπτει από τις διαφορές σε χωρικό επίπεδο, αφού τα αγροτικά νοικοκυριά δαπάνησαν κατά μέσο όρο 24% λιγότερα χρήματα από τα νοικοκυριά των αστικών περιοχών.

Ανισότητες κατεγράφησαν και σε επίπεδο περιφερειών. Π.χ. τα νοικοκυριά της πλούσιας Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου δαπάνησαν το 113,3% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, ενώ τα νοικοκυριά της φτωχότερης Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας το 72,9%.


Διατροφικές συνήθειες και ενεργειακή φτώχεια
Η μικρή βελτίωση της θέσης των νοικοκυριών το 2019 ανακλάται και στη μέση μηνιαία κατανάλωση (ποσότητες και ποιότητες) ειδών διατροφής. Συγκεκριμένα, το 2019 συγκριτικά με το 2018 διαπιστώθηκαν μειώσεις στη μέση μηνιαία κατανάλωση τσιγάρων κατά 12,8%, ζυμαρικών κατά 5,1%, ελαιόλαδου κατά 3,7%, ρυζιού κατά 3,6% και γιαουρτιού κατά 2,3%. Αντίθετα, αύξηση της μέσης μηνιαίας κατανάλωσης παρατηρήθηκε στα ψάρια κατά 7,1%, στο τυρί κατά 2,3% και στα νωπά και συντηρημένα λαχανικά και στα όσπρια κατά 0,8%, ενώ η μέση μηνιαία κατανάλωση αυγών έδειξε την ανελαστικότητά της και έμεινε για άλλη μια χρονιά αμετάβλητη.

Σε σχέση με το 2018 οι αλλαγές αυτές δε συνιστούν ποιοτική τομή. Ωστόσο, σε σχέση με το διάστημα κορύφωσης της κρίσης, η αλλαγή στις ποσότητες και στις ποιότητες των ειδών διατροφής είναι αξιοσημείωτες. Ενδεικτικά αναφέρεται πως υποχώρησε η κατανάλωση των φτηνών αμυλούχων τροφίμων, ζυμαρικών και ρυζιού, και αυξήθηκαν οι ποσότητες των ψαριών και του τυριού. Στο ενεργειακό επίπεδο οι τάσεις του 2018 συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση το 2019.

Συγκεκριμένα, η μέση μηνιαία ποσότητα φυσικού αερίου που καταναλώθηκε πέρυσι αυξήθηκε κατά 19% ως προς το 2018, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας επίσης αυξήθηκε κατά 0,9%, ενώ αντίθετα η μέση μηνιαία ποσότητα υγρών καυσίμων, στερεών καυσίμων και υγραερίου μειώθηκαν κατά 8,7%, 2,1% και 1,4% αντίστοιχα.

Ωστόσο, το μεγάλο πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας που μαστίζει πολλά νοικοκυριά, αν και συχνά αποκρύπτεται, παρουσιάστηκε την εποχή της κρίσης και παραμένει. Ενδεικτικά αναφέρεται πως το 49,7% των νοικοκυριών δεν χρησιμοποίησαν την κεντρική θέρμανση ως κύρια πηγή θέρμανσης, το 17,9% δήλωσαν οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση, το 51% δαπάνησαν πάνω από το 10% του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματός τους για ενεργειακές ανάγκες, ενώ το 58,6% των φτωχών νοικοκυριών δήλωσαν δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών. Επιπλέον σε εποχή έντονων ενεργειακών ανταγωνισμών, η ιδιωτικοποίηση και η απολιγνιτοποίηση της παραγωγής ενέργειας αποδεικνύονται μόνιμες πηγές ενεργειακής φτώχειας, αλλά και κοινωνικής οπισθοδρόμησης.

Η υλική στέρηση και οι συνθήκες διαβίωσης
Χωρίς μεγάλες αλλαγές σε σχέση με το 2018 κατεγράφησαν οι δείκτες συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών για το 2019. Στις οκτώ από τις δέκα ανέσεις των νοικοκυριών στην κύρια κατοικία τους (π.χ. τηλεόραση, κινητό, Η/Υ κ.ά.) παρατηρήθηκε οριακή αύξηση ή σταθερότητα του ποσοστού κατανομής στον πληθυσμό, ενώ μόλις σε δύο οριακή μείωση. Βεβαίως, πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την κατάσταση των νοικοκυριών προκύπτει από την παράλληλη/ συμπληρωματική στην ΕΟΠ έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, για την Υλική Στέρηση και τις Συνθήκες Διαβίωσης, που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2020. Με βάση τα ευρήματά της, το ποσοστό της υλικής στέρησης για το 2019 εκτιμήθηκε σε 16,2%, μειωμένο κατά 0,5% σε σχέση με το 2018.

Αναλυτικότερα, τα νοικοκυριά που αντιμετώπισαν το 2019 ελλείψεις βασικών ανέσεων στην κύρια κατοικία τους ανήλθαν σε ποσοστό 6,8%, το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανήλθε σε 28,7%, το 37,7% των φτωχών νοικοκυριών δήλωσε ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των μη φτωχών νοικοκυριών εκτιμήθηκε σε 6,1%. Επίσης, το 73% των φτωχών νοικοκυριών και το 42,2% των μη φτωχών δήλωσαν οικονομική δυσκολία στην αντιμετώπιση έκτακτων πλην αναγκαίων δαπανών ύψους περίπου 380 ευρώ, το 45,4 % των νοικοκυριών, που έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δήλωσαν πολύ μεγάλη δυσκολία αποπληρωμής του (σε δόσεις), το 64,8% των φτωχών νοικοκυριών ανέφεραν μεγάλες δυσκολίες αντιμετώπισης των συνήθων αναγκών τους με το μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά τους, ενώ το ελάχιστο μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της χώρας ανέρχεται, κατά δήλωσή τους, σε 1.921 ευρώ. Επιπλέον, το 32,1% του πληθυσμού δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για δραστηριότητες αναψυχής, το 40,5% δεν ξόδεψε αντίστοιχα για προσωπική ευχαρίστηση και χόμπι, ενώ το 9,3% του πληθυσμού, ηλικίας 16 ετών και άνω, ενώ στη διάρκεια του έτους χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία, οικονομικά στάθηκε αδύνατο να ανταποκριθεί σχετικά.

Ανισότητα και κίνδυνος φτώχειας
Αύξηση 6% ως προς το 2018 παρουσίασε το 2019 το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού σε σχέση με το αντίστοιχο μερίδιο του φτωχότερου 20%. Συγκεκριμένα, ο δείκτης ανήλθε στο 5,4 από 5,1 το 2018, δείχνοντας πως το πλούσιο 20% καταναλώνει 5,4 φορές περισσότερο από το φτωχότερο 20%. Οι διαφορές στην κατανάλωση αναδεικνύουν τις εισοδηματικές ανισότητες, αποτελώντας ταυτόχρονα τροχοπέδη στην ανάπτυξή της. Προς επίρρωση των προαναφερόμενων, το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανήλθε στο 32,6% των δαπανών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% ανήλθε στο 13,4%, επιβεβαιώνοντας τα διαφορετικά μοντέλα κατανάλωσης μεταξύ πλούσιων και φτωχών νοικοκυριών. Ο κίνδυνος φτώχειας, δηλαδή η κατάσταση που μπορεί να περιέλθει ένα νοικοκυριό, όταν η δαπάνη του είναι μικρότερη από το 60% της διάμεσης ισοδύναμης δαπάνης από τις αγορές του νοικοκυριού, εκτιμήθηκε ότι ως ποσοστό αγγίζει το 17,1% του πληθυσμού έναντι 17,3% το 2018. Επίσης, η μέση μηνιαία ισοδύναμη δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών εκτιμήθηκε στο 32,7% των δαπανών των μη φτωχών. Τα φτωχά νοικοκυριά δαπάνησαν το 33% του μέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής, ενώ τα μη φτωχά το 19,1%.

Η Ελλάδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη
Με κριτήριο το καταναλωτικό πρότυπο που κυριαρχεί σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, η Ελλάδα κατατάχθηκε στην ίδια ομάδα με την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία. Σε αυτές τις χώρες, δεδομένων των πενιχρών εισοδημάτων της πλειονότητας των νοικοκυριών, το σχετικά μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού κατευθύνεται στα είδη διατροφής (Αλβανία 44%, Βουλγαρία 35,5%, Σερβία 34,2% και Ελλάδα 20%). Αντίστοιχα, στην Ισπανία η μεγαλύτερη ποσοστιαία μέση μηνιαία δαπάνη καταγράφηκε στη στέγαση με 31,2%, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο η μεγαλύτερη τιμή σημειώθηκε στις μεταφορές με 15,8%. Η μικρότερη ποσοστιαία μέση δαπάνη στην Ελλάδα αφορά τις υπηρεσίες εκπαίδευσης με 3,3%, όπως άλλωστε και στην Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο με 1,6% και 1,1% αντίστοιχα. Ιδιαίτερη σημασία, δεδομένης της πανδημίας φέτος και των αδυναμιών της κρατικής πολιτικής να αναμορφώσει τη δομή και την ποιότητα των υπηρεσιών του δημόσιου συστήματος υγείας, αποκτά το εύρημα της έρευνας πως η Ελλάδα και η Βουλγαρία κατέγραψαν το 2019 τη μεγαλύτερη ιδιωτική δαπάνη του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών τους για την υγεία, με ποσοστά 7,1% και 7,7% αντίστοιχα!

σελφ σερβις (T. 508)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2020 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION